Οι γυναίκες είχαν φύγει εδώ και ώρα.

«Θέλεις να μείνω μαζί σου; Ανησυχώ» της είχε πει η Ανδριάνα κοντοστέκοντας στην εξώπορτα.
«Όχι αγάπη μου, θέλω να μείνω μόνη μου, να βάλω το μυαλό μου σε τάξη» είχε απαντήσει η Ρόζα χαϊδεύοντας το μάγουλο της ανιψιάς της.  «Να πας στην ευχή» είπε, της έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο και έκλεισε ξωπίσω της την πόρτα.

Πήγε πάλι στην κουζίνα και έφτιαξε ένα ζεστό ρόφημα. Λουΐζα και προσέθεσε μια φέτα λεμόνι. Της άρεσε η μυρωδιά του λεμονιού. Της θύμιζε την μητέρα της. Κόντευε πια να πεθάνει και από την ψυχή της δεν την έβγαζε. Ούτε την κυρία Ζωή, την μάνα όπως την φώναζε. Και τι δεν θα έδινε να τις είχε σε αυτό το δείπνο γυναικών. Να την συμβούλευαν. Πόσο ανάγκη τις είχε, να μοιραστεί μαζί τους τις σκέψεις και τις ανησυχίες της. Εκείνες πάντα ήξεραν τι να τις απαντήσουν. Ήταν οι μάνες, οι έμπειρες, οι σοφές. Τώρα είχε έρθει η δικιά της η σειρά. Μα αλήθεια, ποιος μπορούσε να γίνει σοφός; Η ηλικία τι ήταν, ένα αριθμός μόνο και πανάθεμά τον απαντήσεις δεν κουβαλούσε. Ήθελε να βουρκώσει, να κλάψει, να αφήσει τον πόνο από μέσα της να ξεχυθεί και για να ξαλαφρώσει η ψυχή της. Πότε είχε κλάψει τελευταία φορά; Όταν έχασε τον Γιωργή της. Έκλαιγε στα κρυφά για χρόνια, μα ήρθε ο καιρός που τα δάκρυα στέρεψαν. Σαν ξεχασμένο ξερό ποτάμι η ψυχή της είχε γίνει. Σήμερα όμως αποζητούσε την παρηγοριά στους λυγμούς και στους καταρράκτες των δακρύων που δεν ερχόταν. Θαρρείς και τα είχε σαρώσει όλα ο Γιωργής με το φευγιό του.

Κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι κρατώντας το μεγάλο φλιτζάνι με το μοσχομυριστό ρόφημα.

Κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε, έσφιξε τα χείλη και οι ρυτίδες γέμισαν τον κούτελό της. Πως το έλεγε η μητέρα της; «Που πάμε; τι κάνουμε;» και σαν να ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκε την απελπισία της μάνας της να κυριεύει την ίδια.

«Που πάμε;» μονολόγησε και έφερε στο μυαλό της ξανά το ξέσπασμα της Στέλλας και τις αλήθειες που έμαθε τρώγοντας  γλυκό ανακατωμένο με τα δάκρυα της νύφης της.  Η Στέλλα δεν το ήξερε αλλά ήταν ευτυχισμένη που μπορούσε ακόμα να κλαίει. Ευλογία είχε μέσα της. Όποιος μπορεί και κλαίει κουβαλάει μέσα του τη λαχτάρα της ζωής. Πώς να τα γνώριζε η Στέλλα όμως αυτά; Ήταν νέα και τα νιάτα είναι βιαστικά, σαρωτικά και πολλές φορές άδικα.

Η κυρία Αθηνά είχε διώξει τον κύριο Δημητρό. Την ένοιωθε τη νύφη της και την ντροπή της κι ας παρίστανε ότι καταλάβαινε. Τίποτα δεν καταλάβαινε από όλα αυτά και το χειρότερο απ’ όλα ήταν το μυστικό που ξεφούρνισε η Στέλλα μέσα από τον χείμαρρο της εξομολόγησής της .

Ο πατέρας της Στέλλας ζούσε. Η ανάσα της Ρόζας κόντεψε να της κοπεί όταν η γυναίκα ξεστόμισε το μυστικό της. Ομολόγησε τις αλήθειες της γιατί δεν μπορούσε άλλο να πνίγεται μέσα στη σιωπή και στην τρέλα που κυρίευε το μυαλό και τα σωθικά της. Η Ρόζα το επαναλάμβανε συνέχεια. «Ο πατέρας της Στέλλας ζούσε». Είχε όνομα, οικογένεια, σάρκα και οστά. Το έλεγε ξανά και ξανά για να το πιστέψει. Να μπορέσει να το χωνέψει. Δηλαδή ο Σπύρος της, είχε δύο πεθερούς. Το Δημητρό και τον Πέτρο.

«Που πάμε μάνα;» είπε αυτή τη φορά δυνατά.

«Ο Δημητρός έκανε δώρο ένα ταξίδι κρουαζιέρα στη μάνα μου» είχε ξεκινήσει την αφήγησή της η Στέλλα.  «Την αγαπάει πολύ ο Δημητρός αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσω» είχε πει κατεβάζοντας το κεφάλι. «Στο πλοίο επάνω, το πρώτο βράδυ, στο εστιατόριο η μητέρα μου συναντήθηκε με τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον Θάνο. Παντρεμένος αυτός, παντρεμένη και η μάνα μου, με οικογένεια και εγγόνια πλέον κι όμως σημασία δεν έδωσε. Είδε τον Θάνο και της φούντωσε ο μεγάλος ανεκπλήρωτος έρωτάς της και από εκεί και πέρα έδωσε μια και τα πέταξε όλα στην άκρη. Σαν την γελάδα με την καρδάρα. Τίποτα δεν σεβάστηκε. Τον Δημητρό πάνω απ’ όλα, που με μεγάλωσε. Με όσα στραβά κι αν έχει. Με την ξεροκεφαλιά και την αυστηράδα του. Που δεν λογάριασε στιγμή ότι η μάνα μου ήταν χωρισμένη με ένα μικρό κορίτσι. Αψήφησε οικογένεια και τον καθωσπρεπισμό της εποχής…». Η ματιά της Στέλλας είχε χαθεί μέσα στις θύμησες του μυαλού της.

«Χήρα θέλεις να πεις ήταν η μάνα σου. Η κυρία Αθηνά ήταν χήρα» είχε πεταχτεί η Δήμητρα και στο δωμάτιο έπεσε μια βαριά σιωπή. Τρία ζευγάρια μάτια κοιτούσαν απορημένα την Στέλλα και η γυναίκα πιάνοντας το κεφάλι της διπλώθηκε μέσα στο στήθος της ξεσπώντας σε αναφιλητά.

Οι τρεις γυναίκες λούφαξαν μέσα στη σιωπή τους. Με μια κίνηση του χεριού της η Ρόζα έκανε νόημα στην Ανδριάνα να φέρει λίγο νερό και χαρτοπετσέτες. Η Στέλλα την ευχαρίστησε και με κλειστά μάτια, ξεροκαταπίνοντας άρχισε την ιστορία της από την αρχή.

«Να σας συστηθώ από την αρχή πρέπει» είπε. «Είμαι η Στέλλα, η κόρη της Αθηνάς και του Πέτρου. Χώρισαν όταν ήμουν πολύ μικρή. Τον έδιωξε η μάνα μου κι αυτόν» είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια της.

«Μισό λεπτό Στέλλα γιατί κάτι δεν καταλαβαίνω» είχε σχεδόν ψιθυρίσει η Ρόζα. «Μας λες ότι ο πατέρας σου ζει;»
«Ζει και έχει οικογένεια» είπε με σφιγμένα χείλη.
«Ναι αλλά πως; Εννοώ … δηλαδή… στο γάμο … το παιδί … η Μυρτώ» η Ρόζα τραύλιζε από τις ανακατωμένες σκέψεις και οι άλλες δύο γυναίκες κοιτούσαν πότε τη Ρόζα και πότε την Στέλλα απορημένες.

«Σταματήστε» φώναξε η Στέλλα. «Σταματήστε» είπε ξανά με πιο ήρεμη φωνή αλλά η καρδιά βροντοχτυπούσε στο στήθος της.

«Η μητέρα μου έδιωξε τον πατέρα μου όταν ήμουν περίπου τεσσάρων χρονών. Άχρηστο τον ανέβαζε, άχρηστο τον κατέβαζε και ακαμάτη. Εγώ το μόνο που θυμάμαι είναι ότι τον αγαπούσα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Η αγκαλιά του ήταν ο παράδεισός μου. Ο πατέρας μου είναι ο πιο όμορφος άνδρας στον κόσμο, ψηλός, αγέρωχος …». Η Στέλλα στιγμιαία είχε βυθιστεί ξανά στις παιδικές της μνήμες.
«Και;» ρώτησε ξανά η Δήμητρα με αγωνία.
«Αν σας πω ότι από τότε σχεδόν δεν τον έχω ξαναδεί» είπε με παγωμένη πλέον φωνή η Στέλλα.
«Τι;» ψέλλισε η Δήμητρα.
«Άφησέ την να μιλήσει» είπε η Ρόζα χωρίς να σηκώνει δεύτερη κουβέντα.

«Τα πρώτα χρόνια ερχόταν και με έβλεπε σχεδόν καθημερινά. Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο με έπαιρνε μαζί του και σας το ορκίζομαι, ήταν οι πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής μου. Τον περίμενα πάντα ντυμένη  με το βαλιτσάκι μου έτοιμο, στα μαρμάρινα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας του σπιτιού. Φορούσα και το παλτό μου για να μην καθυστερήσω και χάσω ούτε ένα λεπτό από τις ώρες που μοιραζόμουν μαζί του. Την ημέρα εκείνη θυμάμαι, έκανε κρύο. Η μητέρα μου, μου είχε δώσει ένα ζευγάρι μάλλινα γάντια. Τα είχα φορέσει κι αυτά. Ο πατέρας μου ήταν πάντα τυπικός στα ραντεβού του. Ποτέ δεν είχε καθυστερήσει. Ποτέ, μέχρι εκείνη την ημέρα που δεν ήρθε. Θυμάμαι μόνο τις φωνές της μητέρας μου. Σχεδόν ούρλιαζε και τον έβριζε από το τηλέφωνο με λέξεις τέτοιες που δεν θέλω να θυμάμαι» είπε και άρχισε να παίζει με τη βέρα της.

«Αργότερα» συνέχισε «ενώ κάθε απόγευμα το πέρναγα με μαζί της, άρχισε να με αφήνει στη γιαγιά μου με την δικαιολογία ότι είχε δουλειά. Υπερωρίες έλεγε. Ήμουν πολύ μικρή για να σκεφτώ οτιδήποτε. Τότε ήταν που είχε γνωρίσει τον Θάνο. Ανερχόμενος δικηγόρος, αστικής οικογένειας. Φέρελπις γαμπρός.  Πολλά λεφτά είχε η οικογένειά του και τα οποία τελικά αποδείχτηκε ότι είχαν μεγαλύτερη αξία από έναν έρωτα. Γιατί ενώ η μητέρα μου έλειωνε σαν κερί για τον Θάνο, ο ίδιος, όταν του τέθηκε το τελεσίγραφο και είχε να διαλέξει ανάμεσα σε «αυτή την χωρισμένη με το μούλικο ή την οικογενειακή περιουσία» ο Θάνος για να μην τον αποκληρώσουν διάλεξε την οικογενειακή περιουσία.

Η μητέρα μου έμεινε ξανά μόνη της και αυτή τη φορά απελπισμένη για έναν έρωτα ανεκπλήρωτο.  Οι υπερωρίες σταμάτησαν κι ενώ στην αρχή χάρηκα γιατί θα περνάγαμε τις ώρες μας μαζί, στην συνέχεια διαπίστωσα ότι η μητέρα μου είχε αλλάξει. Φώναζε με το παραμικρό και στο σπίτι πάντα είχε νεύρα. Ο Δημητρός δεν άργησε να φανεί στη ζωή της. Εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της, τα νιάτα της και τον ατίθασο χαρακτήρα της. Τη ζήτησε σε γάμο σχεδόν αμέσως και αυτή τη φορά η μητέρα μου έφτασε στα σκαλιά της εκκλησίας για δεύτερη φορά. Όχι με τον έρωτα της ζωής της αλλά με έναν άνθρωπο που μπορούσε να βασιστεί επάνω του και το μεγάλο της ευχαριστώ, για την κόρη της που δεν την έλεγε μούλικο, για όλες τις δύσκολες ή εύκολες καταστάσεις της ζωής της που της στάθηκε, είναι να τον πετάξει με τις κλωτσιές από το σπίτι. Ποιόν τον Δημητρό!» είπε με φωνή οργισμένη η Στέλλα.

Με τον Θάνο ξεκίνησαν τα κρυφά ραντεβού και την σχέση μετά την κρουαζιέρα. Εκεί αντάλλαξαν μόνο τηλέφωνα και για τα μάτια του κόσμου απόλαυσαν το ταξίδι τους σαν δυο ξένοι. Μόλις όμως επέστρεψαν πίσω, ξεχύθηκαν σαν ερωτευμένοι έφηβοι στους δρόμους, στα καφέ, στο κέντρο της πόλης. Ολοκλήρωναν τον έρωτά τους σε ακριβά ξενοδοχεία. Ο Θάνος μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάθε τρέλα και απωθημένο της μάνα μου. Ο Δημητρός από την άλλη βλάκας δεν ήταν. Αυτό όμως που συνέβαινε δεν το έβαζε με το μυαλό του. Γκρίνιαζε αλλά κανείς από εμάς δεν του έδινε σημασία. Ούτε η ίδια του η κόρη. Ιδιότροπος ήταν πάντα. Είδε κι απόειδε και παρακολούθησε την μάνα μου. Την βρήκε στην αγκαλιά του Θάνου. Το πώς δεν έμεινε στον τόπο δεν το ξέρω. Το γεγονός όμως, ότι η μητέρα μου είναι τόσο αδίστακτη, ξεπερνάει και τους εφιάλτες μου. Αλήθεια, πόσους πατεράδες να αντέξω; Στην Μυρτώ τι θα πω; Για το παιδί αυτό ο Δημητρός είναι ο παππούς της. Τον ψάχνει και τα ψέματα ακόμα έχουν στερέψει» είπε η Στέλλα και από τα μάτια της, έτρεχαν δάκρυα οργής.

Η Ρόζα ένοιωθε την καρδιά της να την τσιμπάει. Τα γνωστά τσιμπήματα και φτερουγίσματα, δεν έδωσε σημασία. Ανασηκώθηκε λιγάκι από τη θέση της και έκατσε πάλι.

«Στέλλα να σε ρωτήσω κάτι, ο Σπύρος …» είπε κομπιάζοντας λίγο.
«Ο Σπύρος τα ξέρει όλα» είπε η γυναίκα κοιτάζοντας στα μάτια την πεθερά της. «Από την ημέρα εκείνη που περίμενα τον πατέρα μου στα σκαλιά, ξέρετε πότε τον είδα ξανά; Δύο χρόνια πριν παντρευτούμε με τον Σπύρο» είπε η Στέλλα.

«Ο Σπύρος τα είχε κανονίσει όλα. Ήταν εκείνος που επέμεινε να τον ξανασυναντήσω. Ήθελε να με δει με τον πατέρα μου στο πλευρό μου» είπε.
«Κι εσύ;» ρώτησε η Δήμητρα.
«Τι ρωτάς; Υπήρχε περίπτωση να μην θέλω τον πατέρα μου; Μόνο που η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να συναντήσω έναν άνθρωπο πλέον, που αντί γι’ αγάπη το συναίσθημα που ένοιωθα ήταν οργή. Οργή γιατί με παράτησε. Ξέρετε γιατί με παράτησε; Γιατί δεν του επέτρεπε η νέα του σύζυγος να με βλέπει. Το πιστεύετε; Η μητριά μου, η Φανή,  δεν ήθελε να ακούσει λέξη για την ύπαρξή μου. Ζήλευε ένα παιδί. Δίκιο είχε η μητέρα μου, άχρηστος άνθρωπος. Μια μαριονέτα που τις κινούσαν τα νήματα άλλοι. Όταν η μητέρα μου και ο Δημητρός έμαθαν για τον κρυφό ραντεβού που μου είχε κανονίσει ο Σπύρος, έκαναν επανάσταση. Οι φωνές τους ακούστηκαν πέρα από τα σύνορα. Έβριζαν τον πατέρα μου, τον Σπύρο, εμένα. Μας πήρε όλους η μπάλα. Κανένας δεν ασχολήθηκε με τα δικά μου συναισθήματα παρά μόνο ο Σπύρος» είπε και στριφογύρισε τη βέρα στο δάχτυλό της.

Η Ρόζα ένοιωσε περηφάνια για το γιό της. Για τις ευαισθησίες του αλλά και για τα μυστικά που ήξερε να κρατάει τόσο καλά αλλά μιλιά δεν έβγαλε.

«Ο πατέρας μου με την Φανή έχουν αποκτήσει έναν γιο. Τον Άγγελο. Έχουμε πολλά χρόνια διαφορά και οι σχέσεις μας δεν είναι ούτε καλές, ούτε κακές. Τυπικές θα έλεγα» συνέχισε τη διήγησή της.

Η Δήμητρα πετάχτηκε όρθια. «Μισό λεπτό Στέλλα. Εδώ έγινε γάμος, ήρθε στον κόσμο η Μυρτώ, είναι πάνω στην εφηβεία της κι εμείς τώρα μαθαίνουμε ότι ο πατέρας σου είναι ζωντανός; Και τα θεωρείς όλα αυτά φυσιολογικά;» Η Στέλλα δεν απάντησε, μόνο κούνησε με κατανόηση το κεφάλι. Η Δήμητρα θυμωμένη σχεδόν γύρισε στην Ανδριάνα. «Εσύ τα ήξερες όλα σωστά; Λέξη δεν έχεις βγάλει» είπε έχοντας γίνει κατακόκκινη.

Η Ανδριάνα προτίμησε να παραμείνει σιωπηλή.

«Κάτσε κάτω Δήμητρα, δεν βρισκόμαστε εδώ για ανάκριση» είπε η Ρόζα σχεδόν διατάζοντας τη νύφη της και κοιτάζοντας την Ανδριάνα με μισόκλειστα μάτια, ανασηκώνοντας το αριστερό της φρύδι.

«Ο γάμος, ο γάμος …» μονολόγησε σχεδόν γελώντας η Στέλλα. «Εκείνες τις ημέρες ζούσα μέσα στη μεγαλύτερη ένταση της ζωής μου.  Από εκεί που η μάνα μου και ο Δημητρός δεν ήθελαν να βλέπουν τον Σπύρο στα μάτια τους, έγινε ξαφνικά ο πολυαγαπημένος τους, ειδικά ο Νικόλας. Κάθε φορά που έβλεπαν τον Νικόλα έλειωναν και οι δύο τους. Ίσως γιατί ο Νικόλας έχει αυτό το χάρισμα που όλοι ξέρουμε. Να μαγεύει τους πάντες, ακόμα και τα ζώα. Ίσως πάλι γιατί αυτοί οι δύο, είχαν τριγύρω τους μόνο κορίτσια. Και το σκυλί ακόμα που είχαμε σπίτι μας, θηλυκό ήταν. Παραμονές του γάμου ο πατέρας μου άσκησε βέτο. Στην εκκλησία θα με πήγαινε εκείνος. Καινούργιες βρισιές, καινούργια λόγια και από τον Δημητρό και από την μάνα μου. Τον Δημητρό είπα ότι θα τον χάσουμε κι αντί για γάμο θα κάνουμε κηδεία. Με έβαλαν όλοι στη μέση. Έπρεπε να αποφασίσω και να φανώ ακριβοδίκαιη και σας το ορκίζομαι, δεν μπορούσα. Ζήτησα στους δύο άντρες να με πάνε παρέα. Κανένας από τους δυο δεν το δέχτηκε. Ο πατέρας μου γιατί ήμουν η κόρη του και την κόρη του μόνο εκείνος είχε δικαίωμα να την πάει στην εκκλησία. Το γεγονός ότι με παράτησε σε μια σκάλα να τον περιμένω κι από τότε είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια ούτε που του είχε περάσει από το μυαλό. Ο δε Δημητρός ήταν ανένδοτος. «Εγώ σε μεγάλωσα, εγώ σε ανάθρεψα, εγώ ήμουν δίπλα σου όταν αρρώσταινες και το δικό σου ευχαριστώ είναι αυτό;» ούρλιαζε και ένοιωθα ότι είχε δίκιο. Δεν ήξερα τι να κάνω μέχρι που την λύση την έδωσε ο Σπύρος. «Στην εκκλησία θα πάμε οι δυο μας και σε όποιον αρέσει, σε όποιον δεν αρέσει ας μην έρθει» είχε πει κι εγώ συμφώνησα μαζί του» είπε η Στέλλα και τότε ήταν η πρώτη φορά μέσα σε εκείνο το βράδυ που μίλησε η Ανδριάνα.

«Ήταν τότε που αποφάσισες να αλλάξεις την ανθοδέσμη του γάμου» είπε.

Η Στέλλα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

«Ξέρεις τι συμβολίζει η κατακόκκινη ανθοδέσμη που διάλεξες; Το αίμα που έκρυβες στην καρδιά σου και ελπίζω σήμερα να σου δόθηκε η ευκαιρία να το ξεπλύνεις» είπε η Ανδριάνα πολύ σοβαρή και κάνοντας μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε στην κουζίνα.

Η Στέλλα με κατεβασμένα τα μάτια συνέχισε να παίζει με την βέρα της νευρικά.

Η Ρόζα κοίταξε το ρολόι της. Κόντευε να ξημερώσει και το ζεστό της ρόφημα είχε πλέον παγώσει μέσα στο φλιτζάνι της. Σηκώθηκε και με κουρασμένα βήματα κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της.

Κοιτώντας τη φωτογραφία του Γιωργή της και πριν την πάρει ο ύπνος μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της.

«Πόσα μυστικά γνώριζε άρα η Ανδριάνα; Η σημερινή της σιωπή κάτι έκρυβε. Τι συνέβαινε στην οικογένειά της; Πόσες αλήθειες δεν ήξερε; Είχε το χρόνο που χρειαζόταν μπροστά της;»

Η Ρόζα έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό. «Θεέ μου δώσε μου κουράγιο και δύναμη να κάνω το σωστό» είπε.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here