H Marjory ήταν ομολογούμενος ένα πολύ όμορφο πλάσμα. Από αυτά που ο χρόνος τους φερόταν με σεβασμό κι αγάπη. Ήταν η γυναίκα εκείνη που στο δρόμο θα κοντοστεκόσουν να την καμαρώσεις. Το ντύσιμό της, ο αέρας της, ο τρόπος που χαμογελούσε, ακόμα και οι κινήσεις των χεριών της, είχαν κάτι μοναδικό.  Ήταν η επιτομή της κομψότητας.

Κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, προσπαθούσε να συναντήσει ξανά τον Μανώλη. Η χαραμάδα του παρελθόντος, μπορεί να είχε μετατραπεί πια σε ανοιχτό παράθυρο.

Αν τα υπολόγιζε καλά η Ανδριάνα, αυτή η ιστορία, από την αρχή της μέχρι και σήμερα, θα πρέπει να ήταν πάνω από δέκα χρόνια.

«Μα δέκα ολόκληρα χρόνια δεν γνώρισε κάποιον άλλο;» σκέφτηκε θυμωμένη και κλώτσησε με δύναμη μια μικρή πέτρα που βρέθηκε στο δρόμο της.

Η Marjory είχε γνωρίσει τον Μανώλη σε ένα συνέδριο που είχε γίνει στην Αθήνα. Ήταν η επίσημη προσκεκλημένη και η κεντρική ομιλήτρια, για θέματα που είχαν να κάνουν με την εξέλιξη στο χώρο της διαφήμισης. Η βραδιά είχε κυλήσει όπως έπρεπε. Ομιλίες και στη συνέχεια δείπνο.

Εκείνο το δείπνο …

Η αλήθεια ήταν ότι η Ανδριάνα δεν ήξερε «ανατριχιαστικές» λεπτομέρειες. Γνώριζε μόνο ότι εκείνο το βράδυ, η Marjory είχε πλησιάσει τον Μανώλη και είχαν κουβεντιάσει για αρκετή ώρα, θέματα επαγγελματικά που τους ενδιέφεραν εξίσου. Οι εταιρίες τους είχαν συνεργαστεί σε πολλά επίπεδα και η εταιρική αυτή σχέση, κρατούσε μέχρι και σήμερα.

Είχαν γίνει παράνομο ζευγάρι σχεδόν αμέσως.

Ένα ταξίδι του Μανώλη στο Λονδίνο στάθηκε η αφορμή για το επόμενο βήμα που το είχε κάνει η ίδια η Marjory με την υπεροχή της γυναίκας που γνωρίζει πως να ξεχωρίζει.

Ότι ο Μανώλης ήταν παντρεμένος δεν την απασχολούσε καθόλου, ούτε το γεγονός ότι είχε ένα μικρό παιδί.

Για την ακρίβεια, κατά τα λεγόμενα του Μανώλη, η ύπαρξη του Αχιλλέα της έκανε τη ζωή τους πιο εύκολη.

Η Marjory, δεν ήθελε ούτε γάμο, ούτε παιδί. Ούτε να χαλάσει την εικόνα της και πολύ περισσότερο το κορμί της. Για εκείνη οικογένεια ήταν η εταιρία της. Θεός της, η επιτυχία, η δόξα και το χρήμα. Μεγάλη της αδυναμία ο Μανώλης.

Αδυναμία, έρωτας ή ερωτική εξάρτηση; Κανείς δεν θα της απαντούσε.

Μπαινόβγαινε στα αεροπλάνα και προσγειωνόταν στην Αθήνα χωρίς καν να τον ρωτήσει. Δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο από το να βρεθεί κοντά του την ώρα που εκείνη ήθελε.

Στην αρχή όλο αυτό το παιχνίδι είχε γοητεύσει τον Μανώλη και το γεγονός ότι δεν του ζητούσε κάτι παραπάνω από αυτό που ο ίδιος μπορούσε και ήθελε να δώσει, έκαναν την Marjory ακόμα πιο ελκυστική αλλά και βολική.

Η σεξουαλική της ελευθερία, το  παιχνίδι της αποπλάνησης και  το μυστήριο που άφηνε να πλανάται γύρω από το όνομά της και τους ερωτικούς της συντρόφους, είχαν πολλές φορές απασχολήσει εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν έξυπνη και χειρίστηκε την σχέση με τον Μανώλη με την απαιτούμενη μυστικότητα. Η Marjory, δεν θα επέτρεπε ποτέ και σε κανέναν να της χαλάσει τις στιγμές της αλλά ούτε και τη μαγεία που ύφαινε με τον δικό της μοναδικό τρόπο.

Η οικονομική της ευημερία, ξεπερνούσε τη σφαίρα της φαντασίας και η τελευταία κίνηση που είχε κάνει, ως λάτρης της Ελλάδας, ήταν να αγοράσει μια βίλα στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων, να την ανακαινίσει και να «προσθέσει» στο σκηνικό μια μεγάλη πισίνα, ανάμεσα στα λιόδεντρα.  Στο λιμάνι, ήταν δεμένο το ιστιοπλοϊκό της και στη μαρίνα Αλίμου ένα ταχύπλοο. Τόσο απλά, γιατί για κάποιους ανθρώπους η ζωή είναι υπερβολικά απλόχερη μαζί τους.

Η Marjory λοιπόν βρισκόταν στην Κρήτη, αδιαφορώντας για απαγορεύσεις και νόμους.  Είχε θέσει τον εαυτό της σε κατ’ οίκον περιορισμό.

«Κατ’ οίκον περιορισμό με πισίνα και δορυφορικό εξοπλισμό για να διευθύνει την επιχείρησή της από εκεί; Χωρίς να της λείπει απολύτως τίποτα, μα γίνονται αυτά;» γκρίνιαξε ο εσωτερικός εαυτός της Ανδριάνας. «Θα πρέπει να της λείπει ο Μανώλης, ως προς τι αυτό το τηλεφώνημα;». Οι σκέψεις συνέχισαν να την βασανίζουν.

Ο ήλιος είχε πέσει και παρ’ όλο το γρήγορο περπάτημα, είχε αρχίσει να νοιώθει την ψύχρα του καιρού. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής και δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει ούτε τον Μανώλη, ούτε την Marjory κι έπρεπε να παραδεχτεί ότι οι αντιπαραθέσεις δεν ήταν του χαρακτήρα της. Όμως, πως θα έβαζε τα δικά της όρια; Δια μαγείας τίποτα δεν γινόταν.

Άνοιξε την πόρτα και βρήκε τον Μανώλη να διαβάζει ήρεμος ένα βιβλίο.

«Τι έγινε, σου πέρασαν τα νεύρα;» τη ρώτησε, μα η ερώτηση αυτή έκανε την Ανδριάνα ακόμα πιο έξαλλη.

«Έχω άδικο; Εσύ στη θέση μου τι θα έκανες;» απάντησε.

«Δεν το χειρίζεσαι σωστά και το ξέρεις. Για εμάς τους άνδρες είναι τελείως διαφορετικά, μια σεξουαλική σχέση δεν μας καθορίζει».

«Ακούς τι λες;» ρώτησε και οι λέξεις είχαν βγει από το στόμα της σαν συριγμός. «Ξέρεις είχα κι εγώ ζωή πριν γνωρίσω εσένα, τους κύκλους όμως τους έκλεισα» φώναξε «δεν χτυπάν τα τηλέφωνα».

«Πέρα από εμάς και πάνω από εμάς, είμαστε δύο συνεργαζόμενες εταιρείες κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει» είπε ήρεμα ο Μανώλης, ακουμπώντας το βιβλίο του πάνω στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. «Γιατί κολλάς με τη Marjory; Δεν σου έχω δώσει το παραμικρό δικαίωμα, ό,τι έγινε μεταξύ μας ανήκει στο παρελθόν κι εκεί θα μείνει» συνέχισε.

«Με ενοχλεί Μανώλη, αυτά τα πάρε-δώσε με κάνουν και νοιώθω άσχημα. Δεν θέλω που συμβαίνει αλλά συμβαίνει. Θα προτιμούσα να είχα κι εγώ αυτή την τεράστια αυτοεκτίμηση που έχει η ίδια και την αδιαφορία για τα συναισθήματα που μπορεί να δημιουργεί στους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά μέχρι στιγμής δεν το έχω καταφέρει» είπε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής  της.

«Έλα εδώ κορίτσι μου» της είπε ανοίγοντας τα χέρια του σε μια μεγάλη αγκαλιά «τι φοβάσαι; Μαζί δεν είμαστε;» ρώτησε.

Η Ανδριάνα είχε πάει κοντά του κι είχε ακουμπήσει το κεφάλι της στο στέρνο του.

«Είναι τόσο τέλεια» μουρμούρισε σχεδόν με παράπονο.

«Από πού το κρίνεις αυτό μωρό μου;»

«Ας είμαστε ειλικρινείς αγάπη μου, η γυναίκα είναι σαν να έχει βγει από εξώφυλλο περιοδικού».

«Κι αυτό την κάνει τέλεια;» ρώτησε χαμογελώντας ο Μανώλης και η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Το ξέρεις ότι λες βλακείες» της απάντησε σχεδόν βαριεστημένα. «Νομίζω ότι πρέπει να τελειώνουμε με αυτή τη συζήτηση, ειλικρινά κουράστηκα».

«Μια ερώτηση ακόμα».

«Λέγε» είπε κάνοντας μια γκριμάτσα.

«Γιατί τόσα χρόνια γυρνάει γύρω από εσένα;»

«Γιατί είμαι νόστιμος» είπε σχεδόν ενοχλημένος ο Μανώλης. «Εσύ από πού βγάζεις αυτό το συμπέρασμα; Από ένα τηλεφώνημα; Ξέρεις τι κάνει η Marjory στο κρεβάτι της και στη ζωή της; Έλα σε παρακαλώ σταμάτα» είπε φανερά εκνευρισμένος «και στην τελική, χωρίς να έχεις έστω κι ένα στοιχείο στα χέρια σου που να με καθιστά ένοχο, δεν σου επιτρέπω άλλες τέτοιες κουβέντες. Βαρέθηκα. Ανδριάνα η Marjory είναι αυτό που οι περισσότερες γυναίκες ζηλεύουν και οι άνδρες ονειρεύονται να έχουν στο κρεβάτι τους. Μια και καλή και για να τελειώνουμε. Εγώ είμαι εδώ μαζί σου, έχοντας φτιάξει τη δικιά μας ζωή όπως εμείς θέλουμε κι αυτό είναι από δική μας επιλογή. Αν κάνω λάθος διόρθωσέ με. Με την Marjory δεν έχω κανένα απωθημένο. Στην τελική ανάλυση, την βόλτα της από το κρεβάτι μου την έκανε, περάσαμε καλά και τώρα ο κάθε ένας μας συνεχίζει τη ζωή του. Κατάλαβες; Και μια και μιλάμε για το παρελθόν μας, ο Πάνος τι κάνει; Μιλήσατε τελευταία;»

«Είναι καλά και σου στέλνει χαιρετίσματα, είσαι με τα καλά σου; Τι σου ήρθε τώρα με τον Πάνο;»

«Για να αλλάξουμε θέμα, για να δεις τι ωραία που είναι να σε κολλάνε στον τοίχο χωρίς να φταις» απάντησε ο Μανώλης ξαπλώνοντας την πλάτη του στον καναπέ και κοιτώντας την Ανδριάνα μέσα στα μάτια.

«Έχεις κι εσύ παρελθόν, όπως είπες, μην το ξεχνάς και μάλιστα το ρεπερτόριό σου είναι πλούσιο. Μην κοιτάς που δεν μιλάω, ούτε είμαι η Ρόζα για να πιστεύω ότι μπούρδα μου λες. Συνεννοηθήκαμε;»

«Εντάξει, εντάξει, σταμάτα έχεις δίκιο. Ζήλεψα, αυτό μπορείς να το καταλάβεις;»

«Φυσικά αλλά το σταματάμε εδώ γιατί με κουράζει όλο αυτό».

«Πάω να κάνω ένα ζεστό μπάνιο κι εσύ άνοιξε ένα μπουκάλι με κρασί σε παρακαλώ».

«Μάλιστα, τι γιορτάζουμε;» ρώτησε ο Μανώλης.

«Θα γιορτάσουμε μετά …» απάντησε με νόημα η Ανδριάνα και του πέταξε την μπλούζα της στο πρόσωπο καθώς έκανε μεταβολή για το μπάνιο.

Άφησε το ζεστό νερό να τρέξει επάνω της για ώρα. Ο Μανώλης είχε δίκιο, είχαν φτιάξει τη ζωή τους όπως ήθελαν ή τουλάχιστον ακόμα προσπαθούσαν κι ενώ τον είχε πλέον μέσα στο σπίτι της, γιατί ένοιωθε την απειλή της γυναίκας αυτής;

Η Marjory δεν την είχε ενοχλήσει ποτέ. Όφειλε να το παραδεχθεί, ήταν όμως το ένστικτό της που  της έλεγε ότι καραδοκούσε στη γωνία κι αυτό ακριβώς δεν μπορούσε να το εξηγήσει στον Μανώλη αλλά συνάμα δεν ήθελε.

Να του έλεγε τι; Ότι ένα γυναικείο ίνδαλμα τον περιμένει; Θα έβαζε τα χεράκια της να βγάλει τα ματάκια της; Σε καμία περίπτωση!

Έπαιξε για κλάσματα του δευτερολέπτου με τη σαπουνάδα προσπαθώντας να κάνει μια σαπουνόφουσκα.

«Τι με τρομάζει περισσότερο;» αναρωτήθηκε και η απάντηση ήρθε άμεσα «η καθημερινότητα».

Πολλές φορές ένοιωθε ότι ο εσωτερικός της κόσμος κοβόταν στα δύο.

Ήθελε να είναι με τον Μανώλη γιατί της άρεσε ο τρόπος ζωής τους. Είχαν καταφέρει να κρατήσουν την αυτονομία τους. Να ζουν μαζί και ταυτοχρόνως ο κάθε ένας να κρατάει τα προσωπικά κομμάτια της ζωής του.

Δεν είχε γίνει καμία συζήτηση, ούτε κάποια συμφωνία. Έτσι είχε εξελιχθεί η σχέση τους και ήταν αυτό που είχαν και οι δυο ανάγκη.

Η Ανδριάνα, ως άλλη Marjory, έβλεπε τους γάμους και τις σχέσεις να φθείρονται μέσα στην καθημερινότητα και έτρεμε στην ιδέα ότι μπορούσε να συμβεί και στους ίδιους.

Έπρεπε να παραδεχθεί, ότι δεν ήταν από τις γυναίκες που ήθελαν να παντρευτούν. Η μητέρα της συχνά πυκνά αναρωτιόταν «σε ποιόν να είχε μοιάσει» αλλά απάντηση δεν έπαιρνε ποτέ. Χαμογέλασε βλέποντας την σαπουνόφουσκα να ξεπηδάει από τα χέρια της.

Δεν είχε κανέναν λόγο να ζηλεύει. Ο Μανώλης ζούσε με τη γυναίκα που είχε επιλέξει. Μπορεί να μην έμοιαζε με σταρ, αυτό όμως δεν την εμπόδιζε να υπερτερεί σε άλλα πράγματα. Την ενοχλούσε τελικά ότι δεν επιβράβευε ποτέ τον εαυτό της για όλα αυτά που πάνω της έλαμπαν.

Η ζήλια μπορεί σε μικρές δόσεις να ήταν το αλατοπίπερο μιας σχέσης αλλά μέχρι εκεί. Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να γίνει αυτά που η ίδια κορόϊδευε.

Αυτή τη φορά το «τέρμα τα δίφραγκα» που έλεγε η Ρόζα, έπρεπε να το πει η ίδια στον εαυτό της. Αν συνέχιζε έτσι, το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να διώξει τον Μανώλη μακριά της και αυτό δεν το ήθελε, ή μήπως όχι;

«Ωχ! Τώρα τι σκέψη ήταν αυτή

Ήξερε τι την ενοχλούσε ακριβώς στον Μανώλη. Οι αποστάσεις που ήθελε να κρατάει από την οικογένειά της και ειδικά από τον Σπύρο. Αν ήθελε όμως να είναι δίκαιη, έπρεπε να παραδεχθεί ότι κι εκείνη δεν ήθελε πολλά πάρε-δώσε ούτε με την δική του οικογένεια. «Πως μπορούσαν να συνταιριάξουν δυο κόσμοι τόσο διαφορετικοί;»

«Ήταν φυσιολογικά όλα αυτά για δύο ανθρώπους που αγαπιούνται; Γιατί έπρεπε ο ένας να αποδέχεται την οικογένεια του άλλου; Εδώ δεν μπορούμε να αποδεχτούμε αυτά που συμβαίνουν μέσα στην ίδια την οικογένειά μας».

Αν ρωτούσε την Ρόζα, ήξερε εκ των προτέρων ποια θα ήταν η απάντηση.  «Ανάμεσα στα ζευγάρια πρέπει να υπάρχει σύμπνοια. Να υποστηρίζει ο ένας τον άλλον, να κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και πώς να το κάνουμε, η οικογένεια είναι ο στυλοβάτης μας» θα της απαντούσε. Η Ρόζα όμως είχε γαλουχηθεί σε μια άλλη εποχή κι αυτά που ζούσαν σήμερα, δεν είχαν καμία σχέση με το παρελθόν. Η θεία της, είχε κανακέψει όλους τους ακαμάτηδες και από τις δύο οικογένειες. Μαζί με τον θείο της, είχαν σπουδάσει τα πρωτανίψια του στο εξωτερικό, γιατί αν περίμενε ο Γιωργής χαΐρι από τον άνδρα της αδελφής του,  τα παιδιά θα έμεναν στο δρόμο. Και παρόλα όσα έκανε η Ρόζα και ο Γιωργής, ένα ευχαριστώ δεν ακούσανε. Τι να την ρωτούσε λοιπόν;

Σύμπνοια με τον Μανώλη είχαν σε όλα αυτά που ήθελαν να φτιάξουν και να ζήσουν στη ζωή τους. Αμοιβαίες υποχωρήσεις με την καρδιά του, δεν έκανε κανένας από τους δυο τους, τουλάχιστον όχι για την ώρα.

Αυτό που ενοχλούσε τον Μανώλη, ήταν ότι ο Σπύρος έπινε. Η αλήθεια ήταν ότι έτυχε να τον δει σε καταστάσεις που δεν έπρεπε, που η Ανδριάνα θα προτιμούσε να κρύψει στο σεντούκι με τα μυστικά της. Γιατί είχε ένα τέτοιο σεντούκι που όλο και μεγάλωνε…

Ήταν η νοοτροπία του Μανώλη τέτοια, που ανθρώπους αδύναμους δεν τους ήθελε κοντά του. Ένοιωθε ότι του ρουφούσαν μέρος της ενέργειάς του και η Ανδριάνα ήξερε ότι είχε δίκιο. Από την άλλη πλευρά της ήταν αδύνατον να αφήσει τον ξάδελφό της μόνο του. Ένοιωθε ότι την ώρα που την είχε ανάγκη, αν του γυρνούσε την πλάτη, όπως πολλοί της έλεγαν, θα ήταν σαν να του τραβάει κλωτσιά να πέσει στον γκρεμό μια ώρα αρχύτερα.

«Ενοχές» είπε δυνατά και αποφάσισε να περάσει από το γραφείο της Βέρας. «Χρειάζομαι βοήθεια, παραπαίω διαρκώς και θα καταστρέψω τη ζωή μου» σκέφτηκε και έτριψε το πρόσωπό της όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Η Marjory δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό είναι επιτυχημένη» σκέφτηκε.

Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και ξεπρόβαλε το κεφάλι του Μανώλη.

«Πόση ώρα θα καθίσεις ακόμα εδώ μέσα;»

«Μέχρι να έρθεις να με σώσεις» απάντησε ναζιάρικα και χωρίς να περιμένει δεύτερη κουβέντα ο Μανώλης, εξαφανίστηκε για να εμφανιστεί μετά από λίγο με το κρασί και δυο ποτήρια στο χέρια. Γυμνός.

«Που είχαμε μείνει;» τη ρώτησε τραβώντας το κεφάλι της κοντά του και κλείνοντας το στήθος της στη χούφτα του.

«Με πονάς»

«Για λίγο, για πολύ λίγο» της είπε και την ρούφηξε όπως δεν είχε κάνει ποτέ στο παρελθόν.

Στο σαλόνι, το κινητό του συνέχιζε να χτυπάει. Στην οθόνη έγραφε «Marjory».

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here