Η Ανδριάνα κοίταζε τον Μανώλη που κοιμόταν δίπλα της και χαμογελούσε ευτυχισμένη. Είχε ζήσει τα πιο όμορφα Χριστούγεννα της ζωής της. Τεντώθηκε σαν φιλάρεσκη γάτα και  άρχισε να παρατηρεί το δωμάτιο του ξενοδοχείου.

Η έκπληξη που της είχε κάνει ο Μανώλης  εκείνο το βράδυ, έμοιαζε παραμυθένια.

Είχε έρθει στην ώρα του και την πήρε από το σπίτι στο λόφο. Ούτε ο ίδιος ένοιωθε άνετα να γνωρίσει την οικογένειά της, τουλάχιστον όχι ακόμα αλλά ούτε και η Ανδριάνα. Έφυγαν με κατεύθυνση το σπίτι της. Αυτό φαινόταν να είναι το αναμενόμενο, όμως είχε κάνει λάθος. Η Ανδριάνα δάγκωσε το κάτω χείλος της και ζάρωσε παιχνιδιάρικα τη μύτη της στη θύμηση της στιγμής. Έχωσε το κεφάλι της πιο βαθειά στα πουπουλένια μαξιλάρια και άφησε ένα μικρό γελάκι να της ξεφύγει.

Μπήκαν στο σπίτι της και τα φώτα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηναν αργά και το σαλόνι της μοσχομύριζε από την αρωματική κανέλλα ανακατεμένη με πορτοκάλι. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι έκανε να βγάλει το παλτό της.

«Είσαι το Χριστουγεννιάτικο γούρι μου, βάλε μας δυο ποτά και θα φέρω …» είχε αρχίσει να λέει, όταν ο Μανώλης την διέκοψε με ένα φιλί.

«Τίποτα δεν θα φέρεις, θα φτιάξεις ένα μικρό βαλιτσάκι με τα απαραίτητα  και θα αποδράσουμε μέσα στην πόλη μας».
«Ορίστε;»
«Ναι, έχω κλείσει σε ένα όμορφο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης» είπε ήρεμα ο άντρας.
«Δεν καταλαβαίνω» είπε με ύφος έκπληκτο η Ανδριάνα.
«Δεν χρειάζεται να καταλάβεις, το μόνο που χρειάζεται είναι να απολαύσουμε τη νύχτα» της είχε πει.

Έφυγαν από το σπίτι λίγη ώρα αργότερα και διέσχισαν τους δρόμους της πόλης. Τόσο φωτεινή δεν θυμόταν να έχει δει την Αθήνα άλλη φορά στη ζωή της ή μήπως έκανε λάθος;  Ίσως τώρα όλα να έδειχναν διαφορετικά.  Δεν είχε απάντηση και τη συγκεκριμένη στιγμή, ένα πράγμα την ένοιαζε. Το τεράστιο χαμόγελο του Μανώλη και η ευτυχία που ένοιωθε.

Έφτασαν γρήγορα. Άφησαν το αυτοκίνητο στο πιο κοντινό parking και σέρνοντας τις τροχήλατες βαλίτσες τους, περπατούσαν γρήγορα για να αποφύγουν το κρύο.

«Σαν τουρίστες στην ίδια μας την πόλη νοιώθω» είπε η Ανδριάνα.
«Αυτή ακριβώς είναι η ιδέα» της απάντησε καθώς έμπαιναν στην είσοδο του ξενοδοχείου.

«Το δωμάτιό σας είναι το 310» είπε η όμορφη κοπέλα με τα καλοσχηματισμένα χείλη στη ρεσεψιόν, όταν τελείωσαν με τα διαδικαστικά και έδωσε την κάρτα-κλειδί στον Μανώλη.

Ανέβηκαν στο δωμάτιο και η Ανδριάνα έκανε σαν μικρό παιδί. Το ξενοδοχείο ήταν υπέροχο κι αυτό ήταν γεγονός, δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Μπήκε στο μπάνιο και μύρισε όλα τα μπουκαλάκια με τα σαπούνια. Φρεσκαρίστηκε, διόρθωσε το μακιγιάζ της και ψέκασε τα μαλλιά της με το άρωμά της.  Ικανοποιημένη από την εικόνα της, εμφανίστηκε μπροστά στον Μανώλη ο οποίος διόρθωνε τη γραβάτα του.

«Ουάου» της είπε κι εκείνη έκανε μια χαριτωμένη στροφή πάνω στα ψηλά τακούνια της.

Πήρε την τσάντα της και βγήκαν από το δωμάτιο. Ανέβηκαν στο πολυτελές εστιατόριο και τους καλοδέχτηκαν με ένα ποτήρι σαμπάνια. Στην Ανδριάνα η σαμπάνια δεν άρεσε αλλά αυτή ήταν υπέροχη.

«Τι υπέροχα αρώματα είναι αυτά» είπε κλείνοντας τα μάτια και απολαμβάνοντας την γεύση των φρούτων που απλώθηκε απαλά στο στόμα της.
«Είναι prosecco γι’ αυτό σου αρέσει, δεν είναι σαμπάνια» της είπε ο Μανώλης.

Καθώς είχαν γευματίσει και οι δύο τους, παράγγειλαν μόνο γλυκό. Ο σομελιέ του ξενοδοχείου, ήρθε και τους πρότεινε ένα λευκό μπουκάλι κρασί. Ο ήχος του πιάνου, μαζί με τη βελούδινη φωνή της τραγουδίστριας, πλημμύριζαν το χώρο με τις πιο γνωστές μελωδίες. Παντού άνθρωποι καλοντυμένοι. Από το διπλανό τραπέζι ένας κύριος, αρκετά μεγάλος σε ηλικία της χαμογέλασε και με ένα νεύμα του κεφαλιού του, ευχήθηκε και στους δύο τους χρόνια πολλά.

«Νοιώθω ότι βρίσκομαι σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Μανώλη σε ευχαριστώ, είναι το ομορφότερο δώρο που μπορούσες να μου κάνεις» είπε και ακούμπησε και τις δυο παλάμες στην καρδιά της. Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του με ευχαρίστηση. «Ελπίζω να είναι η πρώτη αξέχαστη νύχτα στη κοινή μας ζωή» είπε και σήκωσε το ποτήρι του πίνοντας στην υγειά τους.

Την έπιασε από το χέρι, την οδήγησε στην πίστα και χόρεψαν αγκαλιασμένοι τον πρώτο τους χορό.

«Θα την θυμάμαι αυτή τη βραδιά για πάντα» του ψιθύρισε στο αυτί η Ανδριάνα. Ο Μανώλης την έσφιξε πάνω του από τη μέση λίγο παραπάνω.

«Μην βιάζεσαι, η νύχτα συνεχίζεται» της απάντησε και την οδήγησε στο τραπέζι. «Αν θέλεις να φρεσκαριστείς είναι η κατάλληλη στιγμή» είπε, έχοντας ήδη ζητήσει να χρεωθεί ο λογαριασμός στο δωμάτιό τους.  «Πάμε» της είπε και την οδήγησε εκτός του ξενοδοχείου.

Περπάτησαν για πολύ λίγο και βρέθηκαν σε ένα υπέροχα διακοσμημένο wine bar. Μικροσκοπικό αλλά με την πιο όμορφη διακόσμηση που είχε δει.

«Που ζω εγώ κρυμμένη» αναρωτήθηκε και πιασμένοι αγκαλιά, ανακατεύθηκαν μαζί με τους υπόλοιπους θαμώνες. Ήπιε, τραγούδησε, γνώρισε καινούργιο κόσμο και αγνοούσε ακόμα και μέχρι σήμερα, τι ώρα είχαν γυρίσει στο ξενοδοχείο τους.

«Τόση ώρα σου μιλάω, σταμάτα σε παρακαλώ να είσαι αφηρημένη» γκρίνιαξε η Ρόζα. «Όλη την ημέρα πρέπει να επαναλαμβάνω αυτά που σου λέω ξανά και ξανά. Κουράστηκα πια».

Η Ανδριάνα επανήλθε στην πραγματικότητα.

Η Στέλλα και η Δήμητρα την παρατηρούσαν και κρυφογελούσαν.

«Σταματήστε και οι τρεις σας, έχετε γίνει ανυπόφορες! Τόσα άτομα έχουμε το βράδυ, συγκεντρωθείτε κι εσύ Ανδριάνα επιτέλους, τελείωνε με την πουτίγκα. Ξημερωθήκαμε» φώναξε η Ρόζα σαν γενικός δερβέναγας που έδινε μόνο εντολές. «Τα θέλω όλα στην εντέλεια» είπε και όλες μαζί στρώθηκαν στη δουλειά.

«Πόσα άτομα θα είμαστε το βράδυ;» ρώτησε η Στέλλα.
«Όσα κάθε χρόνο» απάντησε εκνευρισμένη η Ρόζα.
«Θέλω να υπολογίσω τις πατάτες» δικαιολογήθηκε.
«Όσες και να φτιάξεις, οι πατάτες φούρνου ποτέ δεν φτάνουν» απάντησε η Δήμητρα.
«Πενήντα, εξήντα, όσοι έρθουν. Κοίτα τη λίστα  με τα ονόματα, να εδώ την έχω στο τραπέζι» είπε καθώς φορούσε τα γυαλιά της και συνέχισε, «Δήμητρα, πετάξου στο φούρνο, έχω στείλει από το πρωί τα ταψιά με τις βασιλόπιτες θα έχουν γίνει πια» είπε, καθαρίζοντας τα ρόδια προσεκτικά, για τη σαλάτα «και θύμισέ τους, ότι το γουρουνόπουλο θα πρέπει να είναι στο τραπέζι στις εννέα ακριβώς».

Σύκα, καρύδια, ρόδια, σταφίδες, κουκουνάρια όλα τα καλά έπαιρνε για να φιλέψει τον κόσμο που ερχόταν στο σπίτι της.

Στις ροτόντες επάνω, είχαν τοποθετηθεί δύο μεγάλοι ασημένιοι δίσκοι. Στο κέντρο των δίσκων θα έμπαιναν οι βασιλόπιτες, πασπαλισμένες με ζάχαρη άχνη και στο κέντρο της κάθε μιας, στην κορυφή του γλυκού, ένα μικρό κλαδάκι από γκι. Γύρω-γύρω είχε σκορπίσει με τα χέρια της καρύδια και σταφίδες. «Για να είναι πλούσια τα αγαθά της ζωής μας και τούτη τη χρονιά» έλεγε και έκανε το σταυρό της.

Ο Σπύρος και ο Γρηγόρης κουβαλούσαν τις καρέκλες, έφτιαχναν τα φώτα και είχαν φροντίσει να μην λείψει τίποτα από την κάβα του σπιτιού.

«Αν κάνουμε όλοι τις δουλειές μας γρήγορα,  τότε θα προλάβουμε και να ξεκουραστούμε» έλεγε η Ρόζα κάθε χρόνο ακριβώς το ίδιο παραμύθι, γιατί όλοι ήξεραν ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή, όλο κάτι θα ζήταγε.

Η Ολυμπία είχε λιώσει στα πόδια της.

«Κυρία Ρόζα, σε λίγο δεν θα έχουμε άλλο χώρο στο ψυγείο. Ούτε στο πάνω, ούτε στο κάτω»
«Και τι πειράζει, κάνει κρύο, σκέπασε τα όλα καλά και βγάλε ότι χρειάζεται στο μπαλκόνι. Δεν θα πάθουν τίποτα» απαντούσε.

Στο σπίτι επικρατούσε πανζουρλισμός. Όλοι όμως ήξεραν ότι η Ρόζα είχε οργανώσει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια και πράγματι στις οκτώ η ώρα ακριβώς, όλη η οικογένεια ήταν μαζεμένη στο μεγάλο σαλόνι, απολαμβάνοντας το πρώτο λικέρ της νύχτας.

Η Μυρτώ και η Φαίδρα, οι δυο εγγονές της Ρόζας καθόταν παράμερα και χάζευαν τους μεγάλους.

«Εσείς οι δυο μικρές, προσοχή στο δέντρο, θα το ρίξετε κάτω» έλεγε η Ρόζα που καταλάβαινε την αγωνιά των κοριτσιών να ανοίξουν τα δώρα τους. Τις κοιτούσε και χαμογελούσε και όπως τις έβλεπε να μεγαλώνουν η καρδιά της πλημμύριζε από αγάπη.

«Ολυμπία, πήγαινε κορίτσι μου να ξεκουραστείς, θα είναι μεγάλη η νύχτα και έλα όταν ετοιμαστείς» είπε και με μια κίνηση του χεριού της που έμοιαζε με χάδι, έστειλε την κοπέλα στο δωμάτιό της.

Ο Σπύρος, γέμισε το ποτήρι του με ουίσκι. Η ματιά της Ρόζας σκοτείνιασε και το βλέμμα της Στέλλας έγινε σαν παραδαρμένη θάλασσα. Ο ήχος που έκαναν τα παγάκια της τέντωναν τα νεύρα.

«Ανδριάνα, δεν μας είπες πως τα πέρασες τα Χριστούγεννα» ρώτησε την ανιψιά της προσπαθώντας να αποσπάσει την προσοχή όλων από το ποτήρι του Σπύρου.

«Πολύ καλά ευχαριστώ» της απάντησε με νόημα.
«Τώρα αυτό το λες απάντηση;» ρώτησε ειρωνικά η Δήμητρα.
«Αλήθεια χρυσό μου, θέλεις και ανατριχιαστικές λεπτομέρειες;» ρώτησε η Ρόζα με το πιο αθώο ύφος της.

Η Ανδριάνα είχε καθίσει δίπλα στον Σπύρο. «Φουρτούνα έρχεται» ψιθύρισε και τον έσπρωξε μαλακά με τον ώμο της. Ο ξάδελφός της κούνησε αδιάφορα το κεφάλι του.

«Μα τώρα μητέρα, μας κόβει στο καλύτερο» συνέχισε η Δήμητρα.
«Εσύ Στέλλα τι έχεις να πεις;» ρώτησε η Ρόζα.
«Για την Ανδριάνα; Τι να πω;»
«Μπορείτε όλες σας να μιλάτε χωρίς να είμαι παρούσα, ευχαριστώ» είπε η Ανδριάνα παριστάνοντας την παρεξηγημένη αλλά ο νους της ήταν χαμένος στη θύμηση της ευτυχίας της. Στο πρωινό του ξενοδοχείου, στο ποτό μιμόζα, στο κορμί της που ήταν γεμάτο από έρωτα, στη βόλτα στο κέντρο της πόλης, στον καφέ με άρωμα κάρδαμο και στην μακαρονάδα που προτίμησαν αντί για γαλοπούλα.
«Θα έρθει και ο Μανώλης σήμερα;» ρώτησε η Δήμητρα η οποία δεν το έβαζε κάτω.
«Όχι» απάντησε μονολεκτικά η Ανδριάνα.
«Μήπως είναι παντρεμένος και μας τον κρύβεις;» συνέχισε η Δήμητρα έχοντας ζωγραφισμένη την ικανοποίηση της ειρωνείας στο πρόσωπό της.
«Δεν έχουν όλοι τις ίδιες προτιμήσεις με εσένα» απάντησε η Ρόζα και οι ανάσες όλων σταμάτησαν στιγμιαία.

«Κορίτσια» στράφηκε η Ρόζα στις δυο εγγονές της «ελάτε να φτιάξουμε τα σημαιάκια για την βασιλόπιτα» είπε και οι δυο μικρές εξαφανίστηκαν στην κουζίνα για να γυρίσουν απογοητευμένες.

«Τα έχει φτιάξει η Ολυμπία» είπε η Μυρτώ και η Φαίδρα συμπλήρωσε «να της πεις του χρόνου να μην τα ξαναφτιάξει. Αυτό είναι δική μας δουλειά. Ακούς;»
«Μάλιστα, ό,τι πείτε» είπε η Ρόζα και τις κράτησε στην αγκαλιά της. «Ποια από εσάς θα πάει να φέρει το άρωμά μου;» τις ρώτησε και τα δυο κορίτσια άρχισαν να τρέχουν και μόλις τα ποδοβολητά τους ακούστηκαν στη σκάλα είπε:

«Όποιος από εσάς μου χαλάσει τη βραδιά, να μην εμφανιστεί άλλη φορά μπροστά μου. Καταλάβατε;» κοιτώντας με νόημα πότε τον Σπύρο, πότε την Δήμητρα και τελευταία την Στέλλα.

Το κουδούνι χτύπησε και το ποδοβολητό στη σκάλα ακούστηκε ξανά. Η Μυρτώ και η Φαίδρα άνοιξαν την πόρτα. Η Κλειώ γεμάτη με μικρά δωράκια πέρασε το κατώφλι τους σπιτιού.

«Χρόνια πολλά» πρόλαβε μόνο να πει και το κουδούνι χτύπησε ξανά και ξανά μέχρι που το σπίτι γέμισε με κόσμο.

Οι δυο μικρές παρακολουθούσαν εκστασιασμένες και χασκογελούσαν με ότι τους φαινόταν αστείο. Ανοιγόκλειναν την κεντρική πόρτα με την Ολυμπία να τρέχει ξοπίσω τους και φρόντιζαν να τακτοποιούν σωστά τα πανωφόρια στο βεστιάριο της γιαγιάς τους.

Το τραπέζι είχε γεμίσει από τα φαγητά της Ρόζας. Αμέτρητες πιατέλες με όλων των ειδών τα καλά. Τσιγκουνιές η γιαγιά τους δεν ήξερε. Ο κόσμος περνούσε από μπροστά τους με γεμάτα πιάτα και κάθε τόσο, όλο και κάποιος θα τους τσιμπούσε το μάγουλο. Η Μυρτώ γινόταν έξαλλη αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει η Φαίδρα πάλι εξαφανιζόταν.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, η Ρόζα είχε φροντίσει να καθίσουν στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας. Οι νεότεροι γύριζαν με το πιάτο στα χέρια και αυτές οι δυο οι μικρές, ‘έκλεβαν’ λιχουδιές μέσα από τις πιατέλες.

«Στην αλλαγή του χρόνου θα παίξουν χαρτιά» είπε η Φαίδρα και δήλωσε πόσο βαριόταν αυτό το έθιμο γεμίζοντας το στόμα της με ένα κομμάτι σπανακόπιτα.

«Ελάτε κορίτσια, η ώρα πλησιάζει» τις ενημέρωσε η Ρόζα και αμέσως την ακολούθησαν. Κρατούσε και με τα δύο της χέρια το μεγάλο κρυστάλλινο μπολ γεμάτο με τα αυτοσχέδια σημαιάκια. Στο κάθε σημαιάκι ήταν γραμμένο όνομα και επώνυμο. Γύρισαν και οι τρεις μαζί όλο το σπίτι και τα μοίρασαν στους καλεσμένους.

Όταν θα άλλαζε ο χρόνος, τα αγόρια θα άνοιγαν τις σαμπάνιες και οι νύφες της, μαζί με την Ανδριάνα θα ζητούσαν στον κόσμο να βάλει το σημαιάκι του σε όποιο κομμάτι βασιλόπιτας ήθελε, αφού όμως πρώτα η Ρόζα διάλεγε το κομμάτι του σπιτιού και του Αγίου Βασιλείου.

Σε όποιον έπεφτε το φλουρί, θα έπαιρνε για δώρο ένα όμορφο γούρι, «για να πάει καλά η καινούργια χρονιά» έλεγε η Ρόζα.

Σε μια γωνιά ζευγάρια χόρευαν ακούγοντας Frank Sinatra, «γιατί παραμονή Πρωτοχρονιάς χωρίς Frankie δεν γίνεται» είπε η Ανδριάνα στις δυο μικρές κλείνοντάς τους το μάτι.

«Ο χρόνος μετράει αντίστροφα, ελάτε όλοι, ελάτε» φώναξε δυνατά η Ρόζα με την προσμονή του μικρού παιδιού.

«Πάμε όλοι μαζί, δυνατά να τον καλωσορίσουμε, τα φώτα σβήστε και  10,9,8,7,6,5,4,3,2,1». Το πρώτο «μπαμ» από το μπουκάλι με την σαμπάνια ακούστηκε και αμέσως μετά αγκαλιές, φιλιά και χειροκροτήματα. Τα φώτα άναψαν και ποτήρια γέμισαν.

«Χρόνια πολλά Ρόζα» έλεγαν οι καλεσμένοι της.
«Χρόνια πολλά σε όλο τον κόσμο, να έχουμε όλοι μας, μια υπέροχη χρονιά» φώναξε και σήκωσε το ποτήρι της ψηλά.

Η Ανδριάνα έγραφε «Χρόνια πολλά αγάπη μου, σε περιμένουμε αύριο στο σπίτι στο λόφο» και  από το βάθος άκουσε τις ανιψιές της να τραγουδάνε η μια με τρίγωνο και η άλλη με τη μελόντικα,

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος
υγεία αγάπη και χαρά να φέρει ο νέος χρόνος.
Να ζήσει ο κύρης ο καλός, να ζήσει κι η κυρά του
όλα του κόσμου τα καλά να έχει η φαμελιά του.
Να ζήσει τ’ αρχοντόπουλο πού ‘χει καρδιά μεγάλη
σε μας και στην παρέα μας ένα φλουρί να βγάλει.

butterfly

 

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here