Η Ανδριάνα πετάχτηκε από το κρεβάτι της νοιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπάει και το στόμα της να έχει στεγνώσει.

Με μάτια ακόμα θολά, κοίταξε το κρεβάτι της. Το αποτύπωμα της προηγούμενης βραδιάς ήταν ολοφάνερο, μα η θέση δίπλα της άδεια. Χαμογέλασε, τεντώθηκε και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Η γύμνια της την έκανε να ανατριχιάσει.

Σηκώθηκε και φόρεσε ότι πιο ζεστό βρήκε μπροστά της. Τα ρούχα της ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Ένα μικρό, χαρούμενο γελάκι ξέφυγε από το στόμα της στιγμιαία. Ξυπόλητη όπως ήταν, πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και η εικόνα της, της άρεσε πολύ. Με μαλλιά ανακατωμένα και την έκφραση της ευτυχίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, έμοιαζε με ευτυχισμένη έφηβη.

«Να ήταν αλήθεια όλα όσα της είπε;» αναρωτήθηκε. «Η Πηνελόπη δεν είχε τηλεφωνήσει ή μήπως είχε βάλει το τηλέφωνο του στο αθόρυβο; Μπορεί πάλι να το είχε κλείσει τελείως. Η γνωστή σε όλους απάντηση “έμεινα από μπαταρία” θα είχε ίσως ειπωθεί κι άλλες φορές». Οι αμφιβολίες, μόλις είχαν αρχίσει να σκάβουν το νυσταγμένο της μυαλό.

«Τι θα κάνω;» αναρωτήθηκε.

Έκανε ένα γρήγορο ντους και τυλιγμένη όπως ήταν με την πετσέτα της, έφτιαξε μια μεγάλη κούπα καφέ. Πήρε κάτι για τον πονοκέφαλο και πίεσε τον εαυτό της να φάει έστω μια μπανάνα. Η νύχτα της κραιπάλης, ένοιωθε ότι την είχε τιμωρήσεις, έχοντας στεγνώσει κάθε ίνα της.

«Ναι αλλά τι θα κάνω;». Ο εαυτός της την πίεζε να πάρει αποφάσεις. Θα συνέχιζε ή θα το σταματούσε εδώ; Κοίταξε το κινητό της, κανέναν μήνυμα, καμία κλήση. Αυτό τώρα πως έπρεπε να το πάρει; Δαγκώθηκαν τα μέσα της. Κοίταξε το ρολόι της. Έπρεπε να βιαστεί, να πάει στην εταιρία. Δεν είχε πλέον δικαιολογίες, η Ρόζα ήταν στο σπίτι της και όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο με τα θέματα υγείας της και ανεξάρτητα με το τι συνέβαινε στη ζωή της, η γη θα συνέχιζε να γυρίζει με ή χωρίς εκείνη.

Μπήκε στο γραφείο έχοντας εκείνη την λάμψη στα μάτια κι ας μην το καταλάβαινε η ίδια.

Καλημέρισε τους υπαλλήλους ευγενικά και πήγε σχεδόν τρέχοντας στο γραφείο της. Άνοιξε την πόρτα και έμεινε στο κατώφλι μερικά δευτερόλεπτα παρατηρώντας χωρίς λόγο το κενό. Δάγκωσε αμήχανα το κάτω χείλος της, έβγαλε το παλτό της και με μηχανικές κινήσεις το τοποθέτησε στον μεγάλο ξύλινο καλόγερο. Άφησε την τσάντα της στο πλάι του γραφείου της, σήκωσε το τηλέφωνο παράγγειλε άλλον έναν καφέ και άνοιξε τον υπολογιστή της.

Η σιωπή που ένοιωθε να υπάρχει στη ζωή της, στο μυαλό της, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή την τρέλαινε.

«Δηλαδή τι ακριβώς θα ήθελα; Να ανοίξω την πόρτα του γραφείου και να με περιμένει μια τεράστια ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα; Θα το ήθελα, βέβαια και θα το ήθελα μα θα το πίστευα; Όχι! Πολύ κινηματογραφικό, αλλά κι αυτή η σιωπή μου σπάει τα νεύρα» 

Η πόρτα του γραφείου της άνοιξε και ήταν η Κλειώ.

«Έχουν φέρει τον καφέ σου» είπε.

Η Ανδριάνα κούνησε το κεφάλι και της έκανε νόημα να περάσει.

«Θυμάσαι το μεσημεριανό σου ραντεβού;» τη ρώτησε η βοηθός της.
«Φυσικά» απάντησε και την προσοχή της, την διέκοψε ο ήχος του κινητού της. «Μήνυμα» φώναξε και έπιασε το τηλέφωνο στα χέρια της.
«Είσαι καλά;» ρώτησε η Κλειώ αλλά δεν της απάντησε, της ζήτησε μόνο να την αφήσει για λίγο μόνη.

Η Ανδριάνα διάβαζε ξανά και ξανά το λακωνικό μήνυμα που μόλις είχε φτάσει από τον Μανώλη.

«Καλημέρα» έγραφε.

Πετάχτηκε από την καρέκλα της κρατώντας το κινητό στα χέρια. «Τι μπορούσε να απαντήσει σε ένα ξερό καλημέρα;»

Χωρίς δεύτερη σκέψη πληκτρολόγησε το τηλέφωνο του Μανώλη. Ένοιωθε αρκετά μεγάλη για να παίζει με μηνύματα και βαριόταν αφόρητα.

Άκουσε τη βραχνή φωνή του και της φάνηκε πιο παιχνιδιάρικη.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε.
«Δουλεύω και αναρωτιόμουν αν ήθελες να πάμε να φάμε το μεσημέρι» είπε ο Μανώλης.
«Έχω επαγγελματικό ραντεβού» απάντησε «στη μία»
«Πάμε μετά; εδώ στο κέντρο, να πιούμε κι ένα ποτήρι κρασί» της είπε με νόημα.
«Να μου λείπει το βύσσινο» απάντησε εύθυμα η γυναίκα και αμέσως κατάλαβε τη γκάφα της. «Εννοώ όχι άλλο αλκοόλ» είπε και ήδη είχε γίνει κατακόκκινη.
«Είπα κι εγώ» άκουσε τη φωνή του να της απαντάει και ήταν σίγουρη ότι χαμογελούσε. «Θα περιμένω τηλεφώνημά σου μόλις τελειώσεις» της είπε κι έκλεισε ευγενικά το τηλέφωνο.

Η Ανδριάνα πετούσε από τη χαρά της. Τι κι αν ήταν Δεκέμβρης, όλα έξω έμοιαζαν λαμπερά και φωτεινά. Χωρίς δεύτερη σκέψη, φόρεσε το παλτό της και εξαφανίστηκε. Φτάνοντας στην έξοδο, έκανε μεταβολή και τρέχοντας έφτασε στο γραφείο της βοηθού της.

«Κλειώ μου δεν θα αργήσω, θα είμαι εγκαίρως πίσω για το ραντεβού» είπε και έφυγε βιαστικά.

Την Κλειώ σίγουρα δεν την ενδιέφερε, ήταν όμως σίγουρη ότι κάτι είχε συμβεί ξαφνικά στην Ανδριάνα. Κούνησε το κεφάλι της αδιάφορα και γύρισε στη δουλειά της. Όσο η εταιρία πήγαινε καλά κι εκείνη είχε τη δουλειά της δεν την ένοιαζε απολύτως τίποτα.

Η Ανδριάνα περπατούσε γρήγορα για το πλησιέστερο κομμωτήριο που είχε δει κοντά στο γραφείο.

«Καλημέρα, θα ήθελα λούσιμο και ίσιωμα, τώρα όμως αν γίνεται» είπε κι ας μην είχε ξαναπατήσει ποτέ εκεί.

Η κοπέλα στη ρεσεψιόν κοίταξε τα ραντεβού τους και την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να περιμένει λίγο.

«Πόσο λίγο δηλαδή;» ρώτησε με αγωνία χτυπώντας τα ακροδάχτυλά της πάνω στο έπιπλο.
«Ένα δεκάλεπτο με τέταρτο, ξέρετε, είσαστε χωρίς ραντεβού» απάντησε απολογούμενη σχεδόν η νέα κοπέλα.

Η Ανδριάνα συμφώνησε και έκατσε στο σαλόνι περιμένοντας τη σειρά της και ξεφυλλίζοντας αδιάφορα ένα περιοδικό.

Μια συμπαθής κυρία την πλησίασε, την ρώτησε πως θα ήθελε να φτιάξει τα μαλλιά της και την παρέπεμψε σε μια νεότερη. Όλα έγιναν γρήγορα και σωστά. Πλήρωσε, τους ευχαρίστησε, πήρε μια κάρτα του κομμωτηρίου και βγήκε έξω με σκοπό να ξοδέψει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε.

Στο μεγάλο πολυκατάστημα που καιρό τώρα έλεγε να πάει αλλά όλο κάτι συνέβαινε και το αμελούσε, μπήκε σαν τον σίφουνα.

«Θα ήθελα να δοκιμάσω τα προϊόντα σας για πρωινό μακιγιάζ» είπε κι έκατσε στο ψηλό σκαμπό. «Ξέρετε θα ήθελα κάτι ελαφρύ και φρέσκο» ζήτησε και αφέθηκε στα χέρια τους. Συμφώνησαν, διαφώνησαν για την χρωματική παλέτα και κάπου στη μέση τα βρήκαν. Ικανοποιημένη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη.

«Πόσο καιρό είχε να κάνει τέτοιες ανούσιες τρέλες; Μπορεί και χρόνια» σκέφτηκε και αναλογίστηκε τα λόγια της Ρόζας. «Είναι ο χρόνος σαν την άμμο που κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλά μας». «Όχι όμως πια» ορκίστηκε στον εαυτό της και κατευθύνθηκε στο ταμείο. Αγόρασε όλα τα προϊόντα που της είχαν προτείνει και επιπλέον ένα νέο άρωμα, «γιατί είχε έρθει η ώρα όλα μέσα της να φρεσκαριστούν».

Γύρισε στην εταιρία φορτωμένη με γλυκά και βουτήματα.

«Θα πρέπει να είναι σημαντικό το ραντεβού που έχεις» της είπε η Κλειώ η οποία της τα πήρε από τα χέρια για να τα τακτοποιήσει.
«Είναι αλλά όχι αυτό, το αμέσως επόμενο και σε παρακαλώ φρόντισε να τα μοιράσεις σε όλους τους συνεργάτες μας και να δοκιμάσεις και ‘συ, σε παρακαλώ».
«Γιορτάζουμε κάτι;» ρώτησε η Κλειώ.
«Ναι, ότι χθες ήταν μια όμορφη ημέρα του Δεκεμβρίου» απάντησε η Ανδριάνα, έκανε μεταβολή και έκλεισε την πόρτα του γραφείου της.

Το ραντεβού της ήρθε στην ώρα του. Ένας από τους παλαιότερους προμηθευτές της Ρόζας, ήθελε να την δει. Δεν είχε καταλάβει γιατί αλλά είχε κάνει ότι ακριβώς θα έκανε η θεία της. Τον υποδέχθηκε με ευγένεια και περίμενε να ακούσει αυτό που θα είχε κατά νου να της πει. Βαριόταν ατελείωτα. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει να συναντήσει τον Μανώλη.

«Ξέρετε, έχει έρθει η ώρα πια να συνταξιοδοτηθώ. Επομένως, καταλαβαίνετε …» έλεγε ο κύριος Ρίζος.
«Όχι δεν καταλαβαίνω» απάντησε η Ανδριάνα η οποία προσγειώθηκε απότομα στην πραγματικότητα.
«Θα πουλήσω την εταιρία, μετά λύπης μου σας το λέω αλλά θα αναγκαστώ. Βλέπετε τα παιδιά μου δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για κλωστές και κουβαρίστρες» έλεγε και το μυαλό της Ανδριάνας έπαιρνε φωτιά.
«Μην κάνετε τίποτα» του είπε αρκετά αυταρχικά.
«Μα τι λέτε τώρα; Εγώ ήθελα μόνο να σας ενημερώσω. Βλέπετε η συνεργασία μας με την εταιρία σας, με την οικογένειά σας, ήταν άριστη όλα αυτά τα χρόνια. Ο θείος σας, ο Γιωργής αλλά και η κυρία Ρόζα …»
«Κύριε Ρίζο δυστυχώς πρέπει να φύγω. Θέλω να μας κάνετε μια συγκεκριμένη πρόταση έτσι ώστε να δω αν υπάρχει ενδιαφέρον από τη δική μας εταιρία να εξαγοράσουμε τη δικής σας» είπε και έκλεισε τον φάκελο που είχε μπροστά της.

Ο άνδρας είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Η Ρόζα …» προσπάθησε να πει.
«Όσο η Ρόζα απουσιάζει, για την εταιρία αυτή παίρνω εγώ τις αποφάσεις. Με την βοήθειά της φυσικά» συμπλήρωσε η Ανδριάνα και του χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο. «Είμαστε σύμφωνοι;» ρώτησε έχοντας ήδη σηκωθεί από την θέση της.

Παραπατώντας ο κύριος Ρίζος και ξαφνιασμένος  απάντησε «μα ναι φυσικά» και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. «Μα είσαστε σίγουρη;» την ρώτησε.
«Όσο δεν φαντάζεστε» του απάντησε και κράτησε την αναπνοή της μέχρι να φύγει ο μεγάλος άνδρας από το γραφείο της.

«Που είσαι πεινάω» ρώτησε και δήλωσε ταυτόχρονα, στον Μανώλη.
«Σε περιμένω» της είπε και της έδωσε τη διεύθυνση.

Η Ανδριάνα κατέβηκε την Ερμού με μικρά γρήγορα βήματα, προσέχοντας μην μπλεχτεί το τακούνι της στον ανισόπεδο δρόμο. Στην εκκλησία της Καπνικαρέας έκανε δεξιά. Μέτρησε τα τετράγωνα και βρέθηκε ακριβώς έξω από το εστιατόριο που της είχε πει ο Μανώλης.  Κοντοστάθηκε λίγο και αναλογίστηκε που ήταν κρυμμένη η ίδια τόσα χρόνια. Ιδέα δεν είχε τι συνέβαινε λίγο πιο κάτω από το γραφείο της.

Όμορφα πράγματα στην πόλη, μαγαζιά καινούργια, βιτρίνες, εστιατόρια, τουρίστες. Μα πόσοι τουρίστες υπήρχαν στην Αθήνα τον Δεκέμβρη κι εκείνη που ήταν; Ντρεπόταν να το παραδεχτεί αλλά τη ζωή της, η ίδια κάπου την είχε ξεχάσει. «Στη ντουλάπα με τα άχρηστα» μονολόγησε.

Είδε το χέρι του Μανώλη καθώς της έκανε νόημα μέσα από τη τζαμαρία. Τον κοίταξε και η απόφαση μάλλον είχε παρθεί κι ας ήθελε η ίδια να κρύβεται ακόμα πίσω από το δάχτυλό της.

Μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα του.

«Καλώς την» είπε ο γοητευτικός άνδρας.
«Τι όμορφα που είναι εδώ και ζεστά» απάντησε, αφήνοντας ένα μικρό χαριτωμένο γελάκι να της ξεφύγει.
«Πρώτη φορά έρχεσαι εδώ;» τη ρώτησε ο Μανώλης ξαφνιασμένος.
«Ναι γιατί;»
«Γιατί είναι τόσο γνωστό εστιατόριο. Εγώ έρχομαι σχεδόν κάθε μεσημέρι, θα δεις θα σου αρέσει» της είπε και γέμισε τα ποτήρια τους με κρύο νερό. «Θα πιούμε κρασί;» τη ρώτησε.
«Και κρασί θα πιούμε και θα φάμε ό,τι τραβάει η ψυχή σου» απάντησε η κοπέλα νοιώθοντας ευτυχισμένη. Μετά από πόσο καιρό άραγε;
«Μου αρέσουν οι άνθρωποι με σταθερό χαρακτήρα, όχι άλλο αλκοόλ είπες το πρωί και ευτυχώς το ξέχασες» της απάντησε εύθυμα.
«Κανονίζεις εσύ, εγώ θέλω μόνο να το απολαύσω» είπε η Ανδριάνα και κάθισε αναπαυτικά στη θέση της.

Ο Μανώλης έδωσε την παραγγελία τους και όταν ο σερβιτόρος έφυγε στο τραπέζι επικράτησε σιγή μερικών δευτερολέπτων.

«Είσαι πολύ όμορφη σήμερα» της είπε.
«Νοιώθω όμορφα» του απάντησε και αισθάνθηκε το χέρι του κάτω από το τραπέζι να σφίγγει το δικό της. Το έφερε κοντά στο πρόσωπό του και άγγιξε με τα χείλη του την παλάμη της.

«Το κρασί σας» είπε ο σερβιτόρος «και η σαλάτα σας» και εξαφανίστηκε.

Ο Μανώλης ήταν πολύ περιποιητικός και η συζήτηση μαζί του σκέτη απόλαυση. Άρχισε να της διηγείται μικρές διασκεδαστικές ιστορίες από την καθημερινότητα του, έχοντας πάντα αυτό το καθάριο βλέμμα και το ευγενικό χαμόγελο.

«Εσύ;» τη ρώτησε ξαφνικά.
«Εγώ τι;»
«Δεν ξέρω τίποτα από τη ζωή σου. Το κορμί σου, το ξέρω σίγουρα καλύτερα» της απάντησε πονηρά «ποια είσαι Ανδριάνα ειλικρινά δεν ξέρω να πω».

Η κοπέλα άρχισε να γελάει.

«Θα σου πω αλλά είναι μυστικό» είπε και έσκυψε προς το αυτί του. «Είμαι η Μάτα Χάρι, γνωστή κατάσκοπος αλλά και εταίρα και μαζί μου θα περάσεις στιγμές που θα μείνουν στην ιστορία» ψιθύρισε κι άρχισαν να γελάνε και οι δύο.

Το ποτό είχε αρχίσει να τους ζαλίζει.

Κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια μιλούσαν ασταμάτητα και τσιμπολογούσαν από τα πιάτα τους με την ησυχία τους. Ήταν από εκείνα τα χειμωνιάτικα απογεύματα που κανείς δεν ήθελε να τελειώσουν.

Προσθέτοντας λίγο κρασί ακόμα στο ποτήρι της, τη ρώτησε.

«Έχεις σκεφθεί ποτέ να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον;»
«Τι εννοείς;» απάντησε η Ανδριάνα ξαφνιασμένη.
«Να συζήσεις».
«Το είχα κάνει στο παρελθόν» απάντησε κάνοντας μια κίνηση βαριεστημένη «αλλά ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της ζωής μου» απάντησε.
«Γιατί;»
«Γιατί ήμουν μικρή και άμυαλη. Ερωτεύθηκα έναν άνδρα με την πρώτη ματιά. Τον είδα και έπεσα ξερή. Είχα πάει για συνέντευξη, τυχαία, στην εταιρία που εργαζόταν και μόλις τον αντίκρισα έχασα τη λαλιά μου»
«Να υποθέσω ότι δεν σε προσέλαβαν» είπε ο Μανώλης περιπαίζοντας ελαφρώς την Ανδριάνα.
«Κάνεις λάθος, με προσέλαβαν και έμεινα μαζί τους σχεδόν οκτώ χρόνια. Ήμουν γραμματέας Γενικής Διευθύνσεως».
«Η γραμματέας και ο διευθυντής» συνέχιζε το πείραγμα ο Μανώλης.
«Δεν ήταν διευθυντής μου και μην νομίζεις έκανε δύο ολόκληρα χρόνια να μου δώσει σημασία. Ερωτευμένη και απολύτως ισοπεδωμένη. Σχεδόν δεν με έβλεπε».
«Και τι έγινε μετά;»
«Θέλεις την αλήθεια;»
«Φυσικά».
«Του την έπεσα εγώ».
«Πλάκα μου κάνεις;»
«Όχι καθόλου. Ήμουν απολύτως απογοητευμένη. Κάθε ημέρα ήλπιζα ότι κάτι θα γίνει και αφού δεν γινόταν τίποτα του εξομολογήθηκα τον έρωτά μου. Ήμουν αποφασισμένη ότι μπορεί να έτρωγα και μια ωραιότατη απόλυση».
«Και;»
«Στην αρχή τα έχασε. Η αλήθεια είναι όμως ότι ο Δημήτρης ήταν ένας καλός άνθρωπος».
«Και γιατί δεν έδεσε το γλυκό;»
«Γιατί πέρα από την εξωτερική εμφάνιση που με εντυπωσίασε, δεν υπήρξε ποτέ κάτι που μπορούσε να μας ενώσει. Η αλήθεια είναι ότι αν υπήρχε ένα δικαστήριο ψυχών, εμένα θα έβρισκε κατηγορούμενη και θα με οδηγούσαν απευθείας στον αποκεφαλισμό».
«Ενδιαφέρουσα άποψη, για συνέχισε» είπε ο Μανώλης.
«Δεν ταιριάζαμε πουθενά. Δεν υπήρχε ένα σημείο στην ζωή μας, στην καθημερινότητά μας στο οποίο να συμπλέουμε. Διαφέραμε σε όλα και προσπάθησα να αλλάξω τα γούστα και το χαρακτήρα μου και να γίνω όπως ήταν ο Δημήτρης. Για να του αρέσω, για να με θέλει, για να ανήκω κι εγώ κάπου. Δέκα χρόνια μετά, συνειδητοποιούσα ότι αν παντρευόμουν κι έκανα ένα παιδί μαζί του, θα χώριζα το επόμενο λεπτό. Έτσι λοιπόν χώρισα πριν φτάσω στο γάμο».
«Είσαι η νύφη που το έσκασε;»
«Είμαι αυτή που έσκασε» απάντησε η Ανδριάνα.
«Δεν παντρεύτηκες σωστά;»
«Σωστά»
«Το μετάνιωσες;»
«Όχι, ποτέ».
«Ούτε ότι δεν έχεις κάνει παιδί;»
«Ειδικά αυτό»
«Γιατί το λες έτσι;»
«Γιατί δεν ήταν ποτέ το όνειρό μου. Γιατί έβλεπα τις φίλες μου και έφτανα να τις λυπάμαι. Εγώ αυτές κι εκείνες εμένα».
«Ενδιαφέρον αλλά γιατί;»
«Δεν άντεχα αυτή την εικόνα της οικογένειας έτσι όπως την έβλεπα να επαναλαμβάνεται. Φρουτόκρεμες, πεθερές, μωρά, καρότσια, βαριεστημένους συζύγους κι αυτές τις ανεκδιήγητες οικογενειακές συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετείχα και από μέσα μου γκρίνιαζα.  Άσε που όλες έπρεπε να είναι οι καλύτερες μαγείρισσες. Τι μανία κι αυτή! Εγώ ήθελα να πετάξω ψηλά, να ζήσω τη ζωή μου διαφορετικά, να βγω έξω, να ταξιδέψω κι όχι να πρήζονται τα πόδια μου από την κούραση για να αποδείξω τι και σε ποιόν; Ξέρεις τι ήθελα να γίνω; Ποιο ήταν το όνειρό μου;»
«Περιμένω να ακούσω»
«Αεροσυνοδός. Να γυρνάω την υδρόγειο, με μια βαλίτσα μέσα σ’ ένα αεροπλάνο».
«Και γιατί δεν έγινες;»
«Αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία. Τουλάχιστον όμως ξέρεις ότι όχι μόνο δεν φοβάμαι τα αεροπλάνα αλλά τα βλέπω να πετάνε ψηλά και χτυπάει η καρδιά μου γρήγορα».
«Το επόμενο ταξίδι θα το κάνουμε παρέα. Είσαι;»
«Είμαι!» είπε η Ανδριάνα όλο ενθουσιασμό.
«Το επόμενο όμως όχι αυτό. Εντάξει;»
«Τι εννοείς ακριβώς;» ρώτησε η κοπέλα χαμογελώντας.
«Φεύγω μεθαύριο για Λονδίνο, για δουλειές φυσικά».

Η ματιά της Ανδριάνας σκοτείνιασε. Ήταν κάτι μέσα της που την έκανε να έχει αμφιβολίες και λάθος ήξερε ότι το γυναικείο της ένστικτο δεν έκανε.

«Για δουλειές φυσικά …» είπε και την σκέψη της δεν την ολοκλήρωσε ποτέ.

butterfly

 

~συνεχίζεται~

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here