Η Ρόζα κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Χτένισε τα μαλλιά της με προσοχή και διόρθωσε την ατίθαση μπούκλα που της χάλαγε την εικόνα. Μισοέκλεισε τα μάτια, έσκυψε μπροστά για να δει το είδωλό της καλύτερα, άνοιξε το συρτάρι με τα κραγιόν και αναρωτήθηκε ποιο έπρεπε να φορέσει. Το έκλεισε αναποφάσιστη.

Δεν της άρεσε το μακιγιάζ. Πάντα έλεγε ότι «τα μεγάλα σκούρα για τον ήλιο γυαλιά και τα έντονα μακιγιαρισμένα πρόσωπα κρύβουν μυστικά, ανασφάλειες και πόνους».

Άπλωσε το χέρι και άνοιξε το βάζο με την ενυδατική κρέμα. Την άπλωσε με προσοχή στο πρόσωπό και στον λαιμό τελειώνοντας με ένα ελαφρό πατ-πατ, ίσα για δώσει ένα τόνο φρεσκάδας στο χλωμό της δέρμα. Φρόντισε τα χέρια της. Της άρεσαν τα περιποιημένα ακροδάχτυλα με τα κοντά νύχια. Σαν κρινάκια τα έβλεπε και κάθε τόσο τα χάιδευε όπως τα λουλούδια του κήπου της. Δεν είμαι βέβαια σίγουρη αν απλώς χάιδευε και τέντωνε το δέρμα των χεριών της ή αν κατά βάθος χάιδευε την ψυχή της. Τα μέσα της. Αν κανάκευε τους φόβους της και τα σκοτάδια του μυαλού. Μόνο η ίδια ήξερε, γιατί η Ρόζα ήξερε κι ας μη μιλούσε.

Κοίταξε ένα γύρω το χώρο μέσα στο δωμάτιό και οι αναμνήσεις την έπνιξαν. Από πού ξεκίνησε και που βρέθηκε. Σηκώθηκε από την τουαλέτα της με τον σκαλιστό καθρέφτη, έσφιξε τη ζώνη από τη μεταξωτή robe de chamber, όπως συνήθιζε να λέει τη ρόμπα της και με βήμα αργό πήγε προς το μεγάλο παράθυρο. Της άρεσε να χαζεύει τα χρώματα της φύσης και αυτή η μυρωδιά της γης, ειδικά μετά την βροχή της θύμιζε τα παιδικά της χρόνια.

Τι της είχε έρθει τώρα; Ίσως ήταν ο ήχος από τις χοντρές ψιχάλες που έπεφταν στο τζάμι. Ίσως το δείπνο «μόνο για κυρίες» όπως είχε πει στις καλεσμένες της. Το φτερούγισμα που ένοιωθε στην καρδιά της, την έκανε να ανησυχεί. Έπιασε ασυναίσθητα το στήθος της. Σήμερα δεν θα έλεγε τίποτα σε κανέναν. Είχε άλλα να κάνει, οι προτεραιότητες είχαν πια αλλάξει και ο χρόνος ένοιωθε ότι όλο και λιγόστευε.

Κάθισε στο μεγάλο κρεβάτι με το μεταξωτό καπιτονέ κουβρ-λι. Ίσιωσε με τα ακροδάχτυλά την ρόμπα και κοίταξε τη φωτογραφία στο κομοδίνο της.

Ο Γιωργής της, είχε «φύγει» από καιρό. Χρόνια τόσα που το σώμα κόντευε να ξεχάσει την αγκαλιά. Το σώμα, όχι όμως η ψυχή. Χάιδεψε τη φωτογραφία και άφησε το μυαλό της να γυρίσει πίσω, τόσο όσο η Ρόζα επέτρεπε. Ήταν πολλά αυτά που ήθελε να αφήσει πίσω της, να ξεχάσει. Αυτά που έφερναν πόνο στην ψυχή και έκαναν τη ματιά να θολώνει. Τα χρόνια εκείνα, με ένα τρόπο που μόνο η ίδια ήξερε, τα διέγραφε από μνήμη της κάθε φορά που αναιδώς, ήθελαν να κάνουν την εμφάνισή τους στις πτυχές του μυαλού της. Η Ρόζα δεν επέτρεπε σε καμία άσχημη σκέψη να σκιάσει την συνειδητή ευτυχία της ζωής της · εκτός αν επρόκειτο για τη ζωή των παιδιών της. Εκεί τα πάντα άλλαζαν. Φουρτούνα και αντάρα στο διάβα της.

«Γιωργή μου» ψέλλισε κι άφησε τις μεταξωτές κλωστές τις ζωές της να γεμίσουν την μνήμη της με εικόνες, γέλια και αρώματα. Για την Ρόζα, κάθε τι που της πλημμύριζε χαρά τα στήθη, ήταν «μεταξωτές κλωστές και βελούδο».

Τον Γιωργή τον γνώρισε στις αρχές του 1960. Μόλις είχε κλείσει τα είκοσι δύο της χρόνια. Φουριόζα μπήκε στο μαγαζί με τα είδη ραπτικής που διατηρούσε η οικογένειά του στο κέντρο των Αθηνών. Ο Γιωργής προθυμοποιήθηκε να την εξυπηρετήσει.

«Τι θα θέλατε παρακαλώ;» την είχε ρωτήσει χαρίζοντάς της το πιο όμορφο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή της.

«Σαν τον Κλαρκ Γκέϊμπλ στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος είναι» έλεγε στις φίλες της και η παρέα από τα κοριτσόπουλα γέλαγαν μαζί της.

«Κι εσύ φαντάζεσαι ότι θα γυρίσει να σε κοιτάξει;» την κορόιδευαν και την άφηναν να ονειρεύεται μόνη της, γυρνώντας της την πλάτη χαχανίζοντας. «Καληνύχτα ονειροπαρμένη Ολίβια, αύριο ξημερώνει μια νέα ημέρα και ποιος ξέρει, ο Θεός μπορεί να σε φωτίσει» της έλεγαν και την άφηναν να χαζεύει τον γεμάτο αστέρια ουρανό.

Τον Γιωργή όμως, η σαΐτα του έρωτα τον είχε χτυπήσει κατευθείαν στην καρδιά. Ήταν αδύνατον να βγάλει από το μυαλό του το κορίτσι με την μέση σαν δαχτυλίδι κι εκείνα τα κατάμαυρα μάτια που έλαμπαν σαν πύρινες φωτιές. Δεν είχε μπορέσει να της μιλήσει. Η γλώσσα του είχε δεθεί κόμπος. Η ντροπή που ένοιωσε, μαζί με την παρουσία της μητέρας αλλά και του πατέρα του, τον είχαν κάνει να της συμπεριφερθεί  σαν να την αγνοούσε. Η καρδιά του όμως χτυπούσε ακόμα σαν τρελή. Η κοπέλα είχε πάρει τα πράγματά της, είχε πληρώσει κι είχε φύγει όπως ακριβώς είχε μπει. Φουριόζα.

Τον Γιωργή τον είχε πιάσει απελπισία. Ούτε το όνομά της δεν ήξερε, ούτε την είχε δει άλλη φορά στο μαγαζί. Δεν ήξερε ποιόν να ρωτήσει. Τη μάνα του; Δεν υπήρχε περίπτωση καμία. Αυτή θα τον μυριζόταν από την πρώτη λέξη. Τον πατέρα του; Θα του άρχισε τις κοροϊδίες ή στην καλύτερη θα του έλεγε να κοιτάζει την δουλειά του, θα έσπρωχνε τα κοκάλινα γυαλιά στη μύτη του και θα χαμήλωνε το κεφάλι πάνω από τους λογαριασμούς, κάνοντας τη σούμα από την αρχή και σημειώνοντας στα τεφτέρια τους βερεσέδες.

Ήταν κι αυτή η στενοχώρια που είχαν οι γονείς του με την άρνησή του να σπουδάσει που πολλές φορές τους έβγαινε σε θυμό. Όμως ο Γιωργής το είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή. Ήθελε να δουλεύει. Του άρεσε να ανακατεύεται με τον κόσμο και όχι με τα γράμματα. Στο μαγαζί μπήκε με το έτσι θέλω. Μήπως και σε ποιόν θα το άφηναν; Οι γονείς του μεγάλωναν, είχαν ήδη αρχίσει να κουράζονται  και η Αθήνα γέμιζε κάθε μέρα με ανθρώπους που ερχόταν από την επαρχία. Βελόνες και κλωστές όλοι θέλανε. Κανείς τους δεν θα πείναγε, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Ας σπούδαζε η αδελφή του η Ευθαλία αν ήθελε. Όμως η ίδια είχε μυαλό μόνο για τον Χαράλαμπο και είχε κάνει τάμα να τον πάρει και τον πήρε τον αχαΐρευτο. Τώρα, πέρα από την Ευθαλία που άλλαξε το όνομά της σε Θάλεια, είχαν να ταΐζουν κι αυτόν, κάθε που ξέμενε από δουλειά. Μα ήταν πράγματα αυτά;

Ξεφύσησε με δύναμη και άκουσε τη φωνή της μάνας του. «Για την Ρόζα κάνεις έτσι;» τον ρώτησε. Ο Γιωργής γούρλωσε τα μάτια με μιας.

«Ρόζα τη λένε;» ρώτησε και κατάλαβε ότι τον τσακώσανε με τη μία. «Και εσύ από πού κατάλαβες ότι ξεφυσώ για γυναίκα».
«Άμα του λόγου σου νομίζεις ότι εμείς δεν ερωτευθήκαμε;» ρώτησε η κυρία Ζωή γελώντας.

«Ρόζα τη λένε και είναι ραφτρούλα. Εδώ παραδίπλα, στης κυρίας Ασημακοπούλου το ατελιέ δουλεύει. Ξύπνια κοπέλα, όλα τα κατέχει. Μην σε νοιάζει θα ξανάρθει» είπε η κυρία Ζωή και η καρδιά του Γιωργή πήγε στη θέση της.

«Μόνο να προσέχεις, ρεντίκολα η οικογένειά μας δεν σηκώνει» συμπλήρωσε με νόημα η μητέρα του και γύρισε στο κέντημά της.

Ο κύριος Σπύρος, ο πατέρας του Γιωργή, ξερόβηξε δυνατά για να βάλει τα πράγματα στη θέση του. Τα πολλά λόγια τον κούραζαν καθώς κι αυτές οι γυναικείες κουβέντες. Μα ήταν λόγια τώρα τούτα;

Τον Γιωργή δεν τον έμελε πλέον τίποτα. Πρώτος άνοιγε το μαγαζί, τελευταίος το έκλεινε. Την Ρόζα περίμενε. Να την δει να περνάει το κατώφλι για άλλη μια φορά φουριόζα κι όπως το ζήτησε, έτσι κι έγινε.

Πρόβες είχε κάνει πολλές μπροστά στον καθρέφτη. Χτένιζε το μουστάκι του, κούμπωνε το γιλέκο του και άλλαζε στάσεις μέχρι να βρει αυτή που του ταίριαζε. Μια ερώτηση τον βασάνιζε. «Τι θα της πω;» αναρωτιόταν.

Η κυρία Ζωή τον πήρε πρέφα. «Να την ρωτήσεις πως την λένε, που δουλεύει και που μένει και να αφήσεις τα καραγκιοζιλίκια» είχε πει και κλείνοντας την πόρτα ξωπίσω της με φόρα.

«Γιατί να ρωτήσω που μένει;» είχε ρωτήσει ο Γιωργής γεμάτος απορία βγάζοντας το κεφάλι από την πόρτα.
«Γιατί μπορεί να είναι καμιά παστρικιά, σπιτωμένη» αποκρίθηκε η κυρία Ζωή τελειώνοντας τη συζήτηση εκεί.

Η Ρόζα όμως ούτε παστρικιά, ούτε σπιτωμένη ήταν. Στους μαχαλάδες του Πολυγώνου ζούσε, στα παραπήγματα, στα προσφυγικά. Τα νερά της βροχής πλημμύριζαν κάθε τόσο τα χαμόσπιτα και τα ρούχα που έπλενε η μητέρα της, η κυρά Ματίνα, βρώμιζαν από τα λασπόνερα. Απελπισμένη σήκωνε τα χέρια ψηλά παρακαλώντας να τη λυπηθεί ο Ύψιστος. «Πόσο άλλο να τρίψω τα ρούχα στη σκάφη; Πόσο μου λες; Μόλις είχαν στεγνώσει. Μπα πανάθεμά σε τι σε έπιασε και τα έβαλες πάλι μαζί μας» φώναζε το παράπονό της και τα μάτια της γέμιζαν φωτιές.

Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε πεθάνει από νωρίς. Ο αδελφός της ο Παυλής τον είχε γνωρίσει και τον θυμόταν. «Καλύτερα ζούσαμε τότε» της έλεγε και κούναγε το κεφάλι του απελπισμένος. Η κυρά Ματίνα από την άλλη τον μάλωνε. «Άκου να σου πω Παυλή, δεν έχουν ανοίξει τα χέρια μου για να μου είσαι εσύ κακορίζικος και γρουσούζης. Κατάλαβες; Ξέρει ο Θεός τι κάνει, άσε τον πατέρα σου στην ησυχία του και κοίτα εσύ τι θα κάνεις. Και για να ‘χουμε καλό ερώτημα τι σου λείπει;» τον ρώταγε κι έπιανε την μέση της.
«Λεφτά μάνα» απαντούσε ο Παυλής.
«Θα βρεθούν, την ώρα που πρέπει» έλεγε η κυρά Ματίνα κι έτσι πάντα γινόταν. Αυτό θυμόταν η Ρόζα. Στη γειτονιά δάνειζε ο ένας τον άλλον και με ότι είχαν τα έβγαζαν πέρα. Αυτό που δεν άντεχε δεν ήταν τόσο η πείνα, ήταν η μυρωδιά της λάσπης και των βρεγμένων ρούχων. «Από πού μας βγήκες εσύ πριγκηπέσα δεν το κατάλαβα» της έλεγε η μάνα της, η Ρόζα όμως είχε όνειρα κι ας φαινόταν σε όλους πλάσμα αλαφροΐσκιωτο.

Της άρεσε να ράβει. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της ήθελε να παρακολουθεί τις γυναίκες να ράβουν. Μόνη της πήγαινε, από τόσο δα κοριτσάκι και στεκόταν πάνω από το κεφάλι τους για να μαθαίνει. Στην αρχή πέρναγε κλωστές στις βελόνες για να τις βοηθάει και μετά, σιγά-σιγά όλο ρώταγε και όλα μάθαινε.

«Μωρέ, η καλύτερη ράφτρα μας έχει βγει τούτη εδώ» έλεγαν συχνά οι γυναίκες του μαχαλά στην κυρά Ματίνα αλλά εκείνη δεν τις πίστευε. Τι ράφτρα, τι πλύστρα. Στο μυαλό της και μεγάλη διαφορά δεν υπήρχε. Την ήξερε την τύχη των παιδιών της.

«Ναι αυτά να της λέτε να την ξεμυαλίζετε. Αφήστε την να πιάσει το σαπούνι και τη σκάφη να λιγδώσει το άντερό της και μην της παίρνετε τα μυαλά» φώναζε στις γειτόνισσες. Αποδείχτηκε ευτυχώς ότι είχε άδικο.

«Στην Αθήνα, στο ατελιέ της κυρίας Ασημακοπούλου ζητάνε βοηθό. Ξέρεις για τα θελήματα κι αν πιάνουν τα χέρια της, ακόμα καλύτερα. Πήγα εγώ, αλλά με βρήκαν μεγάλη. Είναι και η απόσταση» είχε πει η Παγώνα και η Ρόζα άδραξε την ευκαιρία με την πρώτη. Δεν το σκέφτηκε ούτε λεπτό. Ούτε ρώτησε τη μάνα της. Ξύπνησε πριν προλάβουν να λαλήσουν τα κοκόρια, φόρεσε τα ρούχα της που είχε ετοιμάσει από την προηγούμενη νύχτα στα κρυφά και γλίστρησε από την πόρτα σαν την σκιά. Κουβέντα δεν είχε πει στη μάνα της. Ροβόλησε τον μαχαλά, πέρασε μέσα από το Άλσος του Πεδίου του Άρεως και κατηφόρισε για το κέντρο.

Σε μια γωνία περίμενε να ανοίξουν τα μαγαζιά. Μετρούσε τις ανάσες της και βημάτιζε πάνω κάτω προσπαθώντας να διώξει τον εκνευρισμό της κι όποτε σταμάταγε, φυσούσε κι έφτιαχνε αυτή την ατίθαση μπούκλα που έπεφτε διαρκώς στα μάτια της. Είδε τις κοπέλες να μπαίνουν στο ατελιέ, μια μια στη σειρά. Παραφυλώντας απ’ έξω κατάλαβε πότε ήταν η κατάλληλη ώρα για να περάσει το κατώφλι.

Έσπρωξε την πόρτα νοιώθοντας ένα κόμπο στο στομάχι. Ένα μικρό κουδουνάκι ακούστηκε πάνω από το κεφάλι της. «Παρακαλώ;» την ρώτησε μια κοπέλα. «Έχω έρθει για την θέση της βοηθού» είπε ξεροκαταπίνοντας το σάλιο της. Την οδήγησαν στην ιδιοκτήτρια. Η κυρία Ασημακοπούλου ήταν μια ξερακιανή, αυστηρή, ψηλή γυναίκα. «Αυτή τη φούστα που τη βρήκες;» ήταν η πρώτη ερώτηση που της έκανε. «Εγώ την έφτιαξα» απάντησε η Ρόζα με καμάρι και με τα χέρια της ίσιωσε τις πιέτες. «Σώπα» είπε η κυρία Ασημακοπούλου σηκώνοντας το φρύδι της. «Βεβαίως» απάντησε η Ρόζα κι άρχισε να της εξηγεί ακριβώς πως την είχε ράψει, δείχνοντας τις λεπτομέρειες στο ζωνάκι και στη φόδρα. Την προσέλαβε εκείνη ακριβώς την ημέρα και της άλλαξε τον αδόξαστο από το πρώτο λεπτό. Τη Ρόζα όμως δεν την ένοιαζε. Επιτέλους είχε αρχίσει να ζει το όνειρό της.

Όταν αντίκρισε τον Γιωργή δεν μπόρεσε να βάλει στο μυαλό της αυτό που θα ακολουθούσε.

Ξαναπέρασε το κατώφλι του μαγαζιού λίγες ημέρες μετά. Ο Γιωργής ήταν πάλι εκεί με γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα.

«Γιωργή, εξυπηρέτησε τη δεσποινίδα σε παρακαλώ» είπε η κυρία Ζωή. «Ώστε Γιωργή τον λένε, επιτέλους, είχε μάθει το όνομά του» σκέφτηκε και χαμογέλασε.

«Θα ήθελα από αυτά τα κουμπιά. Εσείς ξέρετε μου είπε η κυρία Ασημακοπούλου», άνοιξε την παλάμη της κι έδειξε δύο κουμπιά περασμένα με σατέν ύφασμα.
«Βεβαίως» απάντησε ο Γιωργής  και πρόθυμα ανέβηκε στον επάνω όροφο, εκεί που έκρυβαν το καλό εμπόρευμα.

Πριν προλάβει να πάει στο ταμείο ο Γιωργής τη ρώτησε «πως σας λένε δεσποινίς;»
«Ρόζα» απάντησε η κοπέλα με συστολή και τα μάγουλά της μονομιάς κοκκίνισαν.
«Ελπίζω να τα ξαναπούμε» της είπε και ο κόσμος της όλος γέμισε φως.

Η κυρία Ζωή καθισμένη στο ταμείο παραμόνευε. Η Ρόζα άνοιξε το πορτοφολάκι της για να πληρώσει τα κουμπιά.

«Στην κυρία Ασημακοπούλου δουλεύεις; Εσύ είσαι η καινούργια;» την ρώτησε.
«Μάλιστα» απάντησε η Ρόζα.
«Μπράβο κορίτσι μου, ότι χρειαστείς εμείς είμαστε εδώ» της είπε η κυρία Ζωή και η καρδιά της Ρόζας ζεστάθηκε.
«Τι τα θες παιδί μου, έχω κι εγώ κορίτσι» της είπε χαμογελώντας.

Η κυρία Ζωή, χωρίς η Ρόζα να μπορεί να το καταλάβει, είχε μόλις δώσει την συγκατάθεσή της στον κανακάρη της.

Έμειναν πολύ λίγο καιρό ως «παράνομο ζευγάρι» με ραντεβουδάκια του ενός λεπτού. Ο Γιωργής ήθελε να την πηγαίνει με το αυτοκίνητο στο σπίτι της. Η Ρόζα ντρεπόταν. Που να του πει για τους μαχαλάδες και  τα νερά που πλημμύριζαν τις παράγκες. Δεν χρειαζόταν πολύ σκέψη. Οι επιλογές της ήταν μόνο δύο. Ή θα του έλεγε την αλήθεια ή θα έφευγε από την ζωή του όπως ακριβώς είχε έρθει. Σαν σίφουνας. Τον Γιωργή όμως τον είχε αγαπήσει. Την αλήθεια θα έλεγε και την απόφαση ας την έπαιρνε εκείνος. Η ίδια ήξερε ότι άξιζε το καλύτερο που μπορούσε να της δώσει η ζωή, φτάνει να μην άφηνε τίποτα στην τύχη. Αν στον Γιωργή έπεφτε λίγη, τότε σε εκείνη έπεφτε λιγότερος.

«Μην ξεκινήσεις την κούρσα Γιωργή, κάτι θέλω να σου πω» είχε πει πιάνοντάς του το χέρι τρυφερά. Έκανε τη ντροπή περηφάνια και διηγήθηκε τη ζωή της κρατώντας το κορμί της ίσιο σαν κυπαρίσσι.

Ο Γιωργής την αγκάλιασε. «Μαζί θα τα καταφέρουμε» της είχε πει και την υπόσχεσή του την κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τι τα θυμήθηκε τώρα όλα αυτά;

Κοίταξε το μεταξωτό εκρού φουστάνι που κρεμόταν φρεσκοσιδερωμένο και ανασηκώθηκε από το κρεβάτι της. Άφησε την φωτογραφία του Γιωργή στο κομοδίνο της και μονολόγησε. «Κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του Γιωργή μου, στο υπόσχομαι» και άνοιξε το συρτάρι με τα πολύχρωμα μαντίλια της.

Διάλεξε ένα Nina Riccι στις αποχρώσεις του πορτοκαλί, του μπλε και του κίτρινου.  Φόρεσε το φουστάνι της, έδεσε το μαντήλι της, με το δικό της μοναδικό τρόπο, άνοιξε την κοσμηματοθήκη της και πέρασε από το λαιμό της τις χρυσές αλυσίδες που της είχε χαρίσει ο Γιωργής.

Έβαλε τα nude παπούτσια της με τα μικρά τακούνια και έσταξε δύο σταγόνες Rive Gauche πίσω από τα αυτιά της.

Κοίταξε την εικόνα της στον μεγάλο σκαλιστό καθρέφτη. Κάτι της έλειπε για να συμπληρωθεί σωστά η εικόνα της.

«Μα το κραγιόν» αναφώνησε και άνοιξε πάλι το συρτάρι της τουαλέτα της. Διάλεξε ένα στο χρώμα της σέπια. «Για να δούμε, πια είναι η μεγαλύτερη σουπιά απ’ όλες μας. Εσείς ή εγώ;» μονολόγησε και κατέβηκε στον κάτω όροφο.

Φόρεσε τα γυαλιά της και κοίταξε το μικρό χρυσό ρολόϊ της. Είχε λίγη ώρα μέχρι να έρθουν οι καλεσμένες της.

Πέρασε από το σαλόνι. Τα μεγάλα βάζα ήταν γεμάτα από λουλούδια όπως ακριβώς είχε ζητήσει. Με λίλιουμ και λευκά τριαντάφυλλα. Διόρθωσε λίγο το φύλλωμα τους και προχώρησε προς την κουζίνα. Είχε φωνάξει τον Private Chef Antoni,  για το δείπνο το οποίο βασιζόταν σε ψάρι λαβράκι με ακτινίδια, ροδάκινο, λάϊμ και τσίλι. Ήταν σίγουρη ότι η επιλογή του για το πρώτο πιάτο με φρέσκα θαλασσινά αλλά και για το σορμπέ λεμονιού που θα ακολουθούσε για επιδόρπιο, θα εντυπωσίαζε για άλλη μια φορά τις καλεσμένες της. Το κρασί το είχε φροντίσει ο ίδιος. Η ίδια δεν έπινε και δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό. «Αυτά είναι ανδρικές δουλειές» του είχε πει.

«Όλα εντάξει Αντώνη;» τον ρώτησε. Δεν της απάντησε, μόνο κούνησε το κεφάλι του καταφατικά χαρίζοντάς της εκείνο το λαμπερό γλυκό, αγαπησιάρικο χαμόγελό του. Αυτό το πλάσμα το αγαπούσε πολύ. Μακάρι να ήταν και ο Αντώνης παιδί της. Η ζωή της χάρισε γιούς και νύφες, που χαριτολογώντας τις αποκαλούσε «νυφίτσες». Όλοι γέλαγαν όταν την άκουγαν να τις φωνάζει έτσι, η Ρόζα όμως ήξερε ακριβώς τι εννοούσε, μπορεί να ήξεραν και οι ίδιες, είχαν μάθει όμως τον τρόπο να κρύβουν καλά τις πομπές τους.

Ο νους της έτρεξε πάλι στην κυρία Ζωή. Πόσα της είχε μάθει! Με πόση αγάπη την είχε κλείσει στην αγκαλιά της οικογένειάς της. Μητέρα τη φώναζε αλλά όλοι ήξεραν ότι την ένοιωθε σαν μάνα.

«Αν η μητέρα δεν μου είχε σταθεί με τον τρόπο που μου στάθηκε, τίποτα απ’ όλα αυτά που απολαμβάνετε σήμερα δεν θα υπήρχαν» είχε πει κάποτε στους γιούς της μαλώνοντάς τους.

Άφησε τον Αντώνη στην κουζίνα και προχώρησε προς την τραπεζαρία. Ανέβηκε τα δύο σκαλιά με μία υποψία δυσκολίας. Καμάρωσε το στρωμένο τραπέζι με το λινό τραπεζομάντηλο, το πορσελάνινο σερβίτσιο, τα κρυστάλλινα ποτήρια και τα ασημένια βαριά μαχαιροπήρουνα. Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά της την επιφάνεια του λευκού υφάσματος και το τέντωσε λίγο ακόμα. Μάλλον χαμένη στις σκέψεις της.

Χαμογέλασε, καμιά τους δεν φανταζόταν τα «δώρα» που τους είχε ετοιμάσει.

Επέστρεψε στο σαλόνι και κάθισε στη μεγάλη πολυθρόνα.

«Να σας φέρω κάτι;» τη ρώτησε η βοηθός της.
«Ναι Κλειώ μου, ένα ποτήρι παγωμένη λεμονάδα».

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε. Η βραδιά μόλις ξεκινούσε.

 

 

(συνεχίζεται)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here