Δεν μου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα. Δεν έχω σκαρφαλώσει ποτέ στα πεζούλια της Οίας για να χειροκροτήσω τον ήλιο να χάνεται μέσα στο χρυσό της θάλασσας. Μελαγχολώ. Βλέπω αυτά τα χρώματα στον ουρανό και μου ‘ρχονται τα κλάματα. Αυτό το μπέρδεμα που κάνει το πορτοκαλί με το μωβ και το γκρι, τον ήλιο να βυθίζεται τόσο όμορφα και τελικά να εξαφανίζεται και με πιάνει η ψυχή μου. Ούτε στο βουνό αντέχω το ηλιοβασίλεμα. Μυρίζει το άγριο θυμάρι και η ρίγανη τόσο έντονα που είναι λες και έχουν ρουφήξει το οξυγόνο από παντού … ασφυξία.

Δεν μου αρέσει το ηλιοβασίλεμα. Μου θυμίζει θάνατο. Έναν αργό βασανιστικό θάνατο. Να βλέπω ότι αγαπώ να αργοσβήνει και να μην μπορώ να κάνω τίποτα για να το σώσω. Να πρέπει στο λίγο χρόνο που έχει απομείνει να πω τα αμέτρητα σ’ αγαπώ που δεν πρόλαβα. Να υποσχεθώ ότι δεν υποσχέθηκα. Να δεσμευτώ για ότι δεν δεσμεύτηκα. Να διορθώσω ότι δεν διόρθωσα. Να δικαιολογήσω ότι δεν δικαιολόγησα. Να κατανοήσω ότι δεν κατανόησα και να συγχωρέσω ότι δεν συγχώρεσα εν ζωή … απόγνωση

Δεν μου αρέσει το ηλιοβασίλεμα. Είναι σαν το πραγματικό τέλος μιας σχέσης. Γλυκόπικρο.  Λέξεις που λέγονται βουτηγμένες σε χρωματιστές καραμέλες για να κρύψουν την πίκρα τους.  Τα «θα σε αγαπώ για πάντα» ή «ήσουν ότι καλύτερο μου συνέβη ποτέ» αλλά και «θα είμαι εδώ για σένα πάντα»  που τα ξεστομίζουμε για να μην φανεί η αλήθεια, το «δεν σε γουστάρω πια» δηλαδή. Ερωτηματικά που έμειναν αναπάντητα, η τσάμπα ελπίδα, τα λόγια της παρηγοριάς, τα άδεια μπουκάλια από το τσίπουρο και η τρελή απόγνωση της μοναξιάς … σκοτάδι.

Δεν μου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα. Δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να χειροκροτώ το τέλος μιας ημέρας. Μου θυμίζει όλα αυτά που χάθηκαν. Αυτά τα οποία δεν πρόλαβα να κάνω. Τις αναβολές που έδωσα. Αυτούς που ξέχασα. Τις υποσχέσεις που δεν κράτησα. Το τηλεφώνημα που ποτέ δεν έκανα.  Τα «ωχ αδερφέ»  και τα «δεν πειράζει μωρέ» που σκέφτηκα για να δικαιολογήσω τις λάθος συμπεριφορές μου. Αυτά που δεν σου εξήγησα και την κούραση που μου πηδάει το μυαλό… θολούρα.

Μου αρέσει η ανατολή. Της έχω στήσει καρτέρι αμέτρητες φορές στα πεζούλια του Κρυονερίου και όταν ξεπροβάλει ο ήλιος, γεμίζω χαρά κι ας κουτουλάω από τη νύστα. Αυτή χειροκροτώ. Ροζ και πορτοκαλί ο ουρανός, στη πιο παρδαλή του απόχρωση για να υποδεχθεί το φως. Ανοίγω τα χέρια σε μια τεράστια αγκαλιά και χαμογελάω. Είναι  το ξεκίνημα της ζωής και της δημιουργίας και μοιάζει με ένα νεογέννητο πλάσμα, με ένα μωρό … αθωότητα.

Μου αρέσει η ανατολή.  Με γεμίζει από ζωή. Βλέπω τον κόσμο να ζωντανεύει ξανά και να ξεδιπλώνει τις δυνάμεις του. Με γεμίζει αισιοδοξία. «Να σήμερα θα κάνω όσα χθες δεν πρόλαβα» και μαζί με τη λαχτάρα για τον πρώτο  καφέ της ημέρας, ξεπηδάνε από το μυαλό νέες ιδέες και «θέλω». Πως χωράνε τόσα θέλω μέσα σε μια ψυχή;  Ξεπροβάλουν ξαφνικά από παντού και άντε να τα προλάβεις έτσι γρήγορα που τρέχουν και όνειρα όλων των αποχρώσεων … επιθυμίες.

Μου αρέσει η ανατολή γιατί μου υπόσχεται ότι όσα λάθη κι αν κάναμε, όσα λάθη κι αν έκανα μπορώ να τα διορθώσω. Να γεμίσω με σαπουνάδες  το μυαλό και να το μπουγαδιάσω από τις βρωμίτσες του. Τα πάντα γίνονται πιο ξεκάθαρα και τα θέλω και τα δεν θέλω και τα μπορώ και τα δεν μπορώ. Υπάρχει μία καινούργια υπόσχεση για αυτό που ξεκινάει. Στόχοι ζωής που επαναπροσδιορίζονται για να βρεθούν λύσεις . Ανάγκες χαράς που ξεπηδάνε και ζητούν να ικανοποιηθούν άμεσα… δημιουργία

Μου αρέσει η ανατολή. Μου θυμίζει τρυφερή αγκαλιά και άρωμα από μπουγαρίνι. Με κάνει να θέλω να πω τις «συγγνώμες» μου. Να λύσω τους κόμπους από το κουβάρι μου. Να μιλήσω με όσους άθελά μου παραμέλησα. Να καλοκαρδίσω τους δικούς μου ανθρώπους. Να σκεφτώ τι όμορφο θα μοιραστώ μαζί τους. Να καθίσουμε οκλαδόν στον καναπέ και να πούμε τα μπουρ-μπουρ μας. Να γελάσουμε, να σφιχταγκαλιαστούμε. Να μαγειρέψουμε παρέα κι ας είναι μία σκέτη από γιουβέτσι βρε αδελφέ.  Συναισθήματα φωτεινά και μια παιδιάστικη καρδιά  … αγάπη

Μου αρέσει η νύχτα. Κάνεις ταξίδια περίεργα μαζί της.  Σηκώνεις τα μάτια και βλέπεις το φεγγάρι. Έλα τώρα, πες την αλήθεια, πόσες φορές δεν το έχεις κοιτάξει και δεν του έχεις εξομολογηθεί τα εσώψυχα σου; Για τον έρωτα που έρχεται και κάνει την ψυχή να πεταρίζει σαν φανταχτερή πεταλούδα.  Για τις ματιές που ρίξατε, για τη μια και μοναδική λέξη που σου είπε αλλά είχε τόσο νόημα, για εκείνο το άρωμα που ακόμα σου τρυπάει τα ρουθούνια. Το μπλουζάκι που φορούσες στο πρώτο ραντεβού και για το πώς έπαιζε νευρικά με τα δάχτυλα; Για το τραγούδι που σιγομουρμουρίζεις από το πρωΐ χωρίς να θυμάσαι τα λόγια και κάθε φορά το ξαναπιάνεις από την αρχή … να να ναααα και λα λα λαααα και δώσ’ του να κουνάς και το κεφάλι ρυθμικά γκαρίζοντας.  Για όλα αυτά τα ανούσια που γίνονται σημαντικά. Θυμάσαι; … έρωτας

Μου αρέσει η νύχτα. Παλιά μπορούσαμε και βλέπαμε τα αστέρια και βρε παιδί μου ήταν σαν απλώνεται μπροστά μας ένα πέλαγος από λαμπερά νησιά. Να σηκώνει η ψυχή τα χέρια για να τραβήξει μακροβούτι. Να γεμίζει το μυαλό από όλη αυτή την υπέροχη λάμψη και να θέλεις η λάμψη αυτή να γίνει δικιά σου.  Να γεμίζεις με δύναμη και πίστη και ξαφνικά όλα αυτά τα μικρά καθημερινά «αδύνατον σου λέω» να γίνονται τα εφικτά της επόμενης ημέρας και να χαμογελάς χωρίς συγκεκριμένο λόγο ακόμα. Να φουσκώνεις σαν παγώνι από καμάρι και να φορτώνεσαι με τα μελλοντικά σου παράσημα της επιτυχίας και να καμαρώνεις, κι ας είσαι ακόμα στην ξάπλα του καναπέ μόνος . Ε; … ελπίδα

Μου αρέσει η νύχτα. Μου εμφανίζει τον άλλο μου εαυτό, εκείνον τον κρυφό. Είναι λίγο πονηρή, είναι λίγο πρόστυχη και ενίοτε τσαχπίνα. Σε κάνει να θέλεις να ξεφύγεις  από τα «καθώς πρέπει» που είναι φυτεμένα μέσα σου. Σε βάζει να κάνεις αταξίες. Ω ναι, αν κάτσεις και αναλογιστείς τα περισσότερα «έλα ρε, δεν κάνει σου λέω» που με τόση ντροπή ξεστόμισες,  νύχτα τα έκανες. Από το ανύπαρκτο σχεδόν τσιτάκι που φόρεσες, τα μεθύσια που έριξες, την πόρτα που κοπάνησες ξωπίσω σου, τις «μάσκες» που έβαλες και παρουσίασες ένα άλλο άγνωστο ακόμα και σε εσένα εαυτό έτσι για να δεις πως είναι, τις λάθος αποφάσεις που πήρες και ας το μετάνιωσες μετά, τα λόγια που με τόλμη ξεστόμισες και τη «στραβή» που έκανες ενώ δεν άξιζε τον κόπο.  Έχει μια τεράστια δύναμη η νύχτα σου λέω. Έλα μην τρομάζεις … μεταμόρφωση

Μου αρέσει η νύχτα. Αδειάζεις τα μέσα σου, πετάς τα βαρίδια σου και βρίσκεσαι με όποιον είναι πιο κοντά σου και του «φορτώνεσαι». Τον εαυτό σου, τους αγαπημένους σου και λες, λες όλα αυτά που δεν αντέχεις. Για τις μικρές καθημερινές αδικίες, το θυμό που ξεπηδάει από μέσα σου και κάνει το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι, γι’ αυτά που τελικά δεν κατάφερες και μουτρώνεις με εσένα. Το γκομενάκι που σε παράτησε για εκείνο το «ξέκωλο», την άδεια σου την τσέπη «το φελέκι μου μέσα» ή την γεμάτη τσέπη και την άδεια σου καρδιά. Πάντως ναι, τις περισσότερες φορές ισορροπία δεν υπάρχει. Τι είναι πάλι αυτό; Τι διαδρομή είναι τούτη με ατελείωτα διόδια;  πόσα «ουφ» και πόσα «ωχ» έχεις ξεστομίσει και κάθε φορά που αδειάζει το δηλητήριο από μέσα σου, να ρουφάς το οξυγόνο και να ξαναγεμίζεις τα πνευμόνια με φρέσκο αέρα… αναγέννηση

Δεν μου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα και κάθε φορά που θα βλέπω τον ήλιο να χάνεται θα αναρωτιέμαι, «που το μπάλα μου;» όπως τότε που ήμουν τριών χρονών και έστρεφα τις παλάμες μου στον ουρανό και σε κοιτούσα με απορία μάνα. «Που το μπάλα» μου λοιπόν γιατί κάθε τι μισοτελειωμένο δεν είναι για μένα κι ας φοράει τα καλά του. Για μένα που λες είναι  ότι είναι όμορφο και έχει φως, δίνει τις μάχες του και τις κερδίζει. Καβαλάει τη μαγική του σκούπα του και γυρνοβολάει τον κόσμο. Ζωή το λένε, εσύ μου το έμαθες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here