Με ξύπνησε ο ήχος της βροχής όπως έπεφτε στα εξώφυλλα. Σάββατο, Ιούνης και βροχή. Αλλόκοτος συνδυασμός. Γύρισα και σε κοίταξα, κοιμόσουν γαλήνιος. Έκλεισα την πόρτα και σε άφησα σκαρφαλωμένο στα όνειρα σου. Άνοιξα διάπλατα παράθυρα και μπαλκονόπορτα. Ρούφηξα τη μυρωδιά της υγρασίας και του χώματος. Πλατσούρισα ξυπόλητη για λίγο μέσα στα νερά χορεύοντας και τραγουδώντας παρέα με τη βραχνή φωνή της Janis Joplin. «One of these mornings, You’re gonna rise, rise up singing, You’re gonna spread your wings, child, And take, take to the sky, Lord, the sky». Δεν ξέρω αν χόρευα ξορκίζοντας τη βροχή. Αυτό που καταλάβαινα ήταν ότι είχα καταπιεί τον ήλιο ολόκληρο. Μέσα και έξω, όλα είχαν γίνει ήλιος κι ας έβρεχε και ας ήταν ο ουρανός μολυβί.

Ξαπλώθηκα φαρδιά πλατιά στον καναπέ, έκλεισα τα μάτια και αφουγκράστηκα τα μέσα μου. Ηρεμία και γαλήνη. Χαρά και φως. Ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο και ένα παλιό Volkswagen βαμμένο λευκό ή καλύτερα ξεβαμμένο πορτοκαλί. Ζωγραφισμένο με λουλούδια και καρδιές και εμείς μέσα σε αυτό ταξιδευτές. Κιθάρες, βαλίτσες και πόδια ξυπόλητα. Απάτητη άμμος σε ακρογιαλιές χωρίς όνομα στο χάρτη, με καλαμιές και αλμυρίκια. Πιο κάτω οι καλύβες των ψαράδων, αραγμένα καΐκια και μπερδεμένα δίχτυα. «Summertime, time, time, Child, the living’s easy». Γυμνοί να βουτάμε στη θάλασσα χωρίς να διαταράσσουμε την ησυχία της φύσης. Κορμιά εναρμονισμένα με το ρεύμα του νερού να ερωτοτροπούμε αχόρταγα και ξεδιάντροπα.  Αποκαμωμένοι από την ηδονή να βρίσκουμε καταφύγιο κάτω από έναν παχύ ίσκιο.  Πατάτες τηγανιτές και αυγά στο πετρογκάζ. Φέτα και ντομάτα φρεσκοκομμένη από το μποστάνι της αυτοσχέδιας με ελενίτ ταβέρνας.  Ένα ποτήρι παγωμένη μπύρα και εκείνη η μεσημεριανή ζαλάδα της ευτυχίας αλλά και η προσμονή για την επόμενη στιγμή που κάνει τα στήθη να φουσκώνουν από λαχτάρα.  Ηλιοβασίλεμα και βόλτα. Μια μικρή φωτιά το βράδυ να καίει καθώς θα χαζεύουμε τα αστέρια. Το φεγγάρι θα αντιφεγγίζει πάνω στη θάλασσα και ο παφλασμός τους κύματος ίσα που θα ακούγεται σαν νανούρισμα. Μια κουβέρτα η αγκαλιά σου, «But until that morning, Honey, n-n-nothing’s going to harm ya, No, no, no no, no no, no…Don’t you cry, cry». Η Janis σώπασε και έμεινα στη θέση μου ασάλευτη να χαζεύω τις πατούσες μου που είχαν στεγνώσει.

«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησες ξεπροβάλλοντας νυσταγμένος από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Summertime, time, time, σιγοψιθύριζα κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι.
«Στο είχα πει,θα απελευθερωθώ»