«Θα έρθει η συμμαθήτριά μας!»
«Πότε;»
«Τώρα, είναι ήδη στο δρόμο.»
«Μην της πεις να έρθει, πηγαίνετε κάπου αλλού, πηγαίνετε κάπου έξω, όχι εδώ, όχι σε παρακαλώ.»
«Δεν καταλαβαίνω, γιατί;»
«Γιατί έχω μόνο φακές, ντροπή …»

Εδώ που τα λέμε δίκιο είχε. Πώς να εμφανίσεις ένα πιάτο φακές; και να το συνοδεύσεις με τι; ψωμί, φέτα και ελιές; Και μετά θα πίναμε ελληνικό και όχι espresso; Δίκιο είχε σου λέω, καλά έκανε κι εγώ το ίδιο θα έκανα. Θα προτιμούσα να χάσω την παρέα, την κουβεντούλα και το ξαλάφρωμα της ψυχής, από το να ντροπιαστώ για ένα πιάτο φακές.  Άκου φακές!!! Να ήταν άραγε βιολογικές … δεν ρώτησα!

Στην αρχή στενοχωρήθηκα. Ένα πιάτο φακές λοιπόν, έκανε κουμάντο στη ζωή μου. Αχ και να μου το έλεγες ότι θα συμβεί δεν θα σε πίστευα. Το παράπονο μεγάλωνε και οι φίλοι άρχισαν σιγά-σιγά να εξαφανίζονται. Δεν το πολυσκέφτηκα. Το παιχνίδι αυτό δεν μου άρεσε καθόλου και τους όρους θα τους άλλαζα ή τουλάχιστον θα προσπαθούσα.

Ήρθαν ημέρες μεγάλης αφραγκιάς. Ο δρόμος με έβγαλε στην Ερμού παρέα με έναν φιλαράκο. Τα ζόρια του μεγάλα. Ο πατέρας του νοσηλευόταν ήδη ένα μήνα στο νοσοκομείο. Ήξερα ότι τράβαγε η ψυχή του να το ρίξουμε έξω και να του δώσουμε να καταλάβει. Όμως πως; Τι να πληρώσει πρώτα; Τις αποκλειστικές; το φακελάκι ή να καλύψει τη δικιά του ανάγκη για να νοιώσει ζωντανός; Προς τα που να γύρει η ζυγαριά βρε παιδιά;

«Κερνάω μπύρα και σουβλάκια που τέτοια δεν έχεις ματαξαναφάει.» Παίξαμε όλο το παιχνίδι της ντροπής, του αρσενικού και του θηλυκού, των παιδικών φίλων και του ξεπερασμένου καθωσπρεπισμού, όμως τελικά νίκησα. Ξεροκέφαλη – Απροετοίμαστος 1-0 τσα στην έσκασα! Τρυπώσαμε στα τουριστάδικα και δεν καθίσαμε σε τραπέζι. «Λέγε πόσα θες γρήγορα» γούρλωσε τις ματάρες του και είπε δειλά «δύο.» Η παραγγελία δόθηκε «πακέτο παρακαλώ» και τον τράβηξα από το χέρι για να θρονιαστούμε μέσα στο καταχείμωνο στο πεζούλι της Καπνικαρέας.  Απέναντί μας ένας μουσικός του δρόμου, έπαιζε με την κιθάρα του το Dust in the Wind. «Και ροκιές» του είπα και έκλεισα το μάτι με νόημα. Άνοιξα το πακέτο και τράβηξα το δαχτυλίδι από το κουτάκι με την μπύρα. «Στην υγειά μας και γαμώ την αφραγκιά μας.» Πριν προλάβει να αντιδράσει  με είδε να στρογγυλοκάθομαι οκλαδόν. «Όχι πες , που θα πέρναγες καλύτερα;» τον ρώτησα.  Το σκέφτηκε λίγο και κούνησε το κεφάλι του. «Βρε λες;» αναρωτήθηκε και κάπως έτσι ξεκίνησε η μεγάλη μας βόλτα το χειμώνα του 2014 στην εξωτική χώρα της οδού Ερμού. Μετά το νοσοκομείο λες και μας είχαν κουρδίσει, κατεβαίναμε τρέχοντας την Βασιλίσσης Σοφίας για να βρεθούμε στον δικό μας κόσμο και τους καινούργιους μας φίλους.  Ανακαλύψαμε φαγητό του δρόμου όλων των εθνικοτήτων, στην υπαίθρια τραπεζαρία μας,  με τις ευλογίες της «Αγίας Καπνικαρέας».  Οι μουσικοί μας είχαν μάθει σχεδόν με τα μικρά μας ονόματα.  Ήταν η χρονιά που είχα ξεκινήσει μαθήματα tango. Εκεί στη διασταύρωση με την Ευαγγελιστρίας παραλίγο να βγάλω και το πρώτο μου χαρτζιλίκι. Πέσαμε πάνω σε ένα βιολοντσέλο, ένα βιολί και ένα ακορντεόν. Αργεντινή μάνα μου! Άρχισα να χορεύω μόνη μου παριστάνοντας ότι έχω καβαλιέρο. Οι περαστικοί χαμογελούσαν. Κάποιοι κοντοστάθηκαν και χάζευαν τα πέντε βασικά πρώτα βήματα του tango. Αυτά μόνο ήξερα, αυτά μόνο χόρευα και δώστου πάλι από την αρχή. Τα φραγκοδίφραγκα έπεφταν βροχή. Τα ανύπαρκτα μουστάκια των μουσικών κόντευαν να κατσαρώσουν από τη χαρά τους. Ο κόσμος γέλαγε μαζί μου κι εγώ με την επιτυχία μου, ότι μπορούσα δηλαδή να γίνω μεγάλο νούμερο! Είχαμε αναβαθμίσει και τις παροχές προς τον εαυτό μας. Ξηρούς καρπούς και whiskey από το σπίτι. Πάντως το βέβαιο ήταν ένα.  Τα πέντε μαγικά βήματα του tango μπορούσαν να μας εξασφαλίσουν το φαγητό της επόμενης ημέρας. Δυστυχώς όμως δεν το τολμήσαμε παρά μόνο για μια στιγμή!

Τις ιστορίες του «δρόμου» άρχισα να τις μοιράζομαι με τους φίλους μου. Ειδικότερα με αυτούς που ήξερα ότι είχαν πρόβλημα. Μα πόσο τενεκέδες ξεγάνωτοι είμαστε τελικά;  Φαρισαίοι ε;

Κάποιοι στραβομουτσούνιασαν. Είναι οι γνωστοί «κάποιοι» υποκριτές, που η φακή καπελώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και απομακρύνει, άθελά της βέβαια, τις αγκαλιές.

Ρε σεις πείτε μου ειλικρινά, περνάτε καλά κρυμμένοι πίσω από τα φθαρμένα βελούδα του παρελθόντος σας;  Σας αρέσει ο καινούργιος ρόλος του δράματος που ζείτε; Κλειστήκατε στο ψέμα σας και το κάνατε σπίτι σας αντί να βγείτε στους δρόμους ελεύθεροι; Ντρέπεστε γι’ αυτό που είσαστε; Έστω για αυτό που μας έλαχε να γίνουμε; Ε και; Βγείτε έξω, δώστε τις μάχες σας, αναπνεύστε τον αέρα έξω από τη μούχλα του δωματίου σας. Μοιραστείτε μια μακαρονάδα με τους φίλους σας, δείξτε στα παιδιά σας τι όμορφη που είναι η ζωή με μία κιθάρα στα χέρια και ας μην ξέρετε όλα τα ακόρντα, δεν μας  περιμένουν και στο μέγαρο δα!

Δεν ξέρω για εσάς. Ας αποφασίσει ο καθένας μόνος του. Η ζωή είναι ένα ταξίδι με μία ταχεία. Ας ονοματίσει ο καθένας το τραινάκι του όπως γουστάρει. Αποφάσισα για μένα ότι κανένα όσπριο δεν είναι ανώτερό μου, ούτε θα μου καθορίσει τη ζωή. Για την ακρίβεια κατάλαβα ότι η αγαπημένη μου φακή απλώς μου έδειξε το δρόμο για το ποιος αξίζει και ποιος όχι. Ποιος είναι μάγκας και ποιος κότα και τελικά αν ένα πιάτο φακή σε κάνει να ντρέπεσαι…

Frankly my dear, I don’t give a damn!

(Από την ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» 1939)