Τα πουλιά πέταγαν χαμηλά κάνοντας κύκλους πάνω από το κεφάλι μας. Η βροχή μόλις είχε αρχίσει και τα χρώματα του ουρανού άλλαζαν.

Ένας ένας οι επισκέπτες άφηναν τις ξαπλώστρες τους και έτρεχαν να κρυφτούν. Αλήθεια από τι; από την ομορφιά ίσως. Πρέπει να την αντέχεις την ομορφιά.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στις χοντρές σταγόνες. Έτσι όπως έπεφταν, άφηναν ευδιάκριτα το αποτύπωμά τους. Είναι κι αυτό το άρωμα της φύσης τόσο γνώριμο. Το άρωμα της μάνας γης. Ο ήχος της βροχής πάνω στο νερό έγραφε τη δικιά του σονατίνα. Κοίταξα ολόγυρά μου τα βουνά, φορτωμένα με γκρίζα σύννεφα. Η λίμνη, πέρα, μακριά, από την άλλη πλευρά του μεγάλου κήπου, είχε πάρει τις ασημιές της αποχρώσεις. Οι πάπιες σαν να είχαν λουφάξει. Το στραφτάλιασμα του ήλιου είχε δώσει τη θέση του στις σκιές κι αυτές περίτεχνα αντικατόπτριζαν το φύλλωμα των δέντρων στην καθάρια επιφάνεια της πισίνας.

Παντού γαλήνη. Η φύση, είχε ντύσει με το μουσικό της χαλί το σκηνικό που μόλις μας είχε δωρίσει. Πολυτέλεια. Αν αυτό που ζω τώρα δεν είναι πολυτέλεια τότε τι στο καλό είναι; Ανατρίχιασα και συνάμα ευχαρίστησα σιωπηλά το σύμπαν.

«Campari;» ακούστηκε απόκοσμη η φωνή του Μαρκ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here