Ξημέρωσε η Μεγάλη Παρασκευή. Δεν έφυγες και είσαι χαρούμενη. Άφησες φίλους και συγγενείς και έμεινες στην πόλη για να είσαι μαζί του. Επανάσταση στην ηλικία της ωριμότητας. Μάλιστα.

Βγαίνετε έξω με φίλους που “ξέρουν” και νοιώθεις να γεμίζει το είναι σου με χαρά. Πίνετε τα τσιπουράκια σας κάπου στο κέντρο της πόλης. Η Αθήνα ή έχει ομορφύνει ή εσύ έχεις χαζέψει, μέχρι που συνέρχεσαι.

Στον Επιτάφιο θα πας μόνη σου, το ίδιο και το βράδυ της Ανάστασης και την ημέρα της Λαμπρής κάνε δίαιτα. Εξ’ άλλου, τι τα θέλεις τα αρνιά και τα κατσίκια; Εσύ θέλεις να κάνεις τη ζωή σου κάπως αλλιώς ή μήπως όχι;

“Ξέρεις η κόρη με τις φίλες της με περιμένουν …”

” Η μαμά της φίλης της κόρης μου …”

” Ο πατέρας μου …, η αδελφή μου …, η γάτα μου που κλαίει …”

Κι ενώ έχεις πάρει το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, με τόσες ανούσιες δικαιολογίες να σου τριβελιζουν το κεφάλι, βλέπεις όλον αυτό τον κόσμο με τα κεράκια στο χέρι να πηγαίνει βιαστικά στην εκκλησία για να παρακολουθήσει τη λειτουργία και κλαις. Ξαφνικά κλαις πολύ, με αναφιλητά και δεν μπορείς να οδηγήσεις. Σταματάς άτσαλα στην άκρη του δρόμου. Θυμήθηκες όλους αυτούς που σε αγαπούν χωρίς δικαιολογίες και τους πρόδωσες για μια αγκαλιά. Για ξαναπές το σωστά. Για μία αγκαλιά δανεική.

Τσάμπα κλαις. Δεν υπάρχουν γάμοι “εν διαστάσει” κουκλίτσα μου κι αν υπάρχουν εσύ γιατί συμμετέχεις; Έλα πες το, ξεφτιλίστηκες. Όχι σε μένα, σε εσένα.

Αντί να οικτίρεις τον εαυτό σου κάνε κάτι καλύτερο. Φτιάξε μία βαλίτσα και φύγε για τα μέρη εκείνα που οι άνθρωποι σε αγαπούν χωρίς δικαιολογίες. Βλέπεις, ο καθένας τραβάει για τον δρόμο που τον πάει η καρδιά του και όσο κάθεσαι εδώ, σε αυτό το δρόμο, θα είσαι και θα νοιώθεις μόνη. Το κατάλαβες;

Κι όσο βλέπω τα υγρά σου μάτια, ακόμα αναρωτιέμαι …μα αλήθεια εσύ που χάζευες;