Μπήκα στο μετρό από το σταθμό του Συντάγματος. Ήταν γεμάτο. Προχώρησα λίγο πιο μέσα στο βαγόνι και πιάστηκα από τη χειρολαβή. Ένοιωθα χαρούμενη, ξεκούραστη και φρέσκια. «Μήπως θέλετε να καθίσετε;» άκουσα μια κοριτσίστικη ευγενική φωνή να ρωτάει κάποιον συνεπιβάτη. Χαζολογώντας και χαμογελαστή, γύρισα με περιέργεια το κεφάλι μου λίγο δεξιά, λίγο αριστερά, κοίταξα και πίσω μου για να δω σε ποιόν απηύθυνε το λόγο το κορίτσι με τη γλυκιά φωνή. Ούτε το κορίτσι όμως εντόπισα, ούτε κάποιον να ετοιμάζεται να καθίσει. «Μήπως θέλετε να καθίσετε;» επέμεινε η φωνή. Γύρισα το κεφάλι μου αδιάφορη μπροστά και με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση κάτω από εμένα. Έσκυψα λιγάκι και ναι είδα ένα γλυκό πλάσμα με δυο υπέροχα μάτια. «Μήπως θέλετε να καθίσετε;» με ρώτησε για τρίτη φορά. Το χαμόγελο μόλις είχε παγώσει στα χείλη μου. Το μυαλό μου άρχισε να γυρνάει στις γρήγορες στροφές του πλυντηρίου κάνοντας το σύμπαν να κοπανιέται.

«Πως τολμάει» σκέφτηκα και η ματιά μου πέταξε χιλιάδες κομματάκια από σπασμένα κρύσταλλα. «Δεν μπορεί, κάποιο θα σε βρει στο δόξα πατρί,  σκασμένο μικρό καλικαντζαράκι» γρύλισε η γυναικεία μου φιλαρέσκεια που είχε πρασινίσει από το κακό της.

«Όχι ευχαριστώ» είπα με όση χαριτωμένη ευγένεια μου είχε απομείνει και της χάρισα το πιο υπέροχο χαμόγελό μου.

Ξανακάθισε στη θέση της.

«Είσαστε σίγουρη;» με ρώτησε και ανασηκώθηκε λες και την τσίμπησε κάτι ξαφνικά.

Κούνησα το κεφάλι μου και της έκλεισα με νόημα το μάτι.

«Αν το συνεχίσεις αυτό το παιχνιδάκι θα φας ανάποδη, έχεις δει που φτάνουν τα ποδάρια μου μετά το pilates; Πλοκάμια τα έχω κάνει!»

Η φιλαρέσκεια μου ούρλιαζε και δεν έλεγε να σωπάσει.
«Θα σου χτυπήσω το καλάμι»,
«Ένα ξεμάλλιασμα …. ναι ένα γρήγορο ξεμάλλιασμα και ποιος ενδιαφέρεται τώρα για τους καλούς μου τρόπους και άλλα τέτοια μικροαστικά!»

«Μήπως θέλετε να καθίσετε;» ακούστηκε ξανά η αγγελική φωνή

«Εντάξει, παραδίνομαι, θα την κλωτσήσω» μουρμούρισαν  τα μέσα μου.

«Όχι κορίτσι μου σε ευχαριστώ, στην άλλη στάση κατεβαίνω» ακούστηκε η φωνή ενός συνεπιβάτη μας. Πράγματι ο άνθρωπος χρειαζόταν μια θέση με τόσες σακούλες που κρατούσε.  Ξεφύσησα και όπως άδειασαν τα πνευμόνια μου από τον αέρα, χαλάρωσε και ευφράνθηκε ο νους. «Δεν ήταν για εμένα» σκέφτηκα και το χαμόγελο εγκαταστάθηκε ξανά φαρδύ πλατύ στα χείλια μου.

«Μήπως θέλετε να καθίσετε;»
Γύρισα και την κοίταξα έντρομη. «Θα την χαστουκίσω» δεν έβρισκα άλλη λύση.
Μια αγορίστικη φωνή ακούστηκε ξοπίσω μου. «Όχι καλέ, άραξε» και συνέχισε να στηρίζεται με τον ώμο του στο τοίχωμα του βαγονιού και να παίζει με το κινητό του.

Άρχισα να παρατηρώ τη γλυκιά εχθρό μου. Κάθε τόσο ένοιωθε άβολα. Λες και έκανε κάτι κακό. Κοιτούσε έντρομη, με την ενοχή ζωγραφισμένη στα μάτια κάθε επιβάτη που έμπαινε σε κάθε καινούργια στάση. «Μήπως θέλετε να καθίσετε;» ρώταγε και για κακή της τύχη όλοι ήταν βολεμένοι στις όρθιες θέσεις τους. Όταν έφτασε στη στάση της πετάχτηκε όρθια και εξαφανίστηκε σαν αστραπή. Υποθέτω ότι η καρδιά της θα χτυπούσε γρήγορα από τις ενοχές που ένοιωθε. Τη λυπήθηκα. Σκέφτηκα ότι ναι, οι άνθρωποι οφείλουμε να είμαστε ευγενικοί, να δίνουμε τη θέση μας, να υπολογίζουμε τον διπλανό μας, αυτό το παιδί όμως το είχαν ταλαιπωρήσει και ήταν κρίμα.

Στρογγυλοκάθισα στη θέση της χωρίς ντροπή. Χάζευα τον κόσμο από χαμηλά, χαμογελαστή με την εσωτερική μου αναίδεια να χοροπηδάει χαρούμενη . Στο μεθεπόμενο σταθμό μπήκε μια κυρία με καλοχτενισμένα λευκά μαλλιά. Της έκανα νόημα με το χέρι.

«Μήπως θέλετε να καθίσετε;» τη ρώτησα και ευθύς με μια γρήγορη κίνηση, πριν προλάβει να μου φέρει αντίρρηση της παραχώρησα τη θέση μου.

«Δεν ήρθε η ώρα σου ακόμα» μονολόγησα στο είδωλό μου στο τζάμι και η γκρινιάρα φιλαρέσκειά μου βρήκε την ψυχική της ηρεμία. Για την ώρα …