Σου έχω μιλήσει για την θεία Αγλαΐτσα; Όχι; Άκου λοιπόν. Η θεία Αγλαΐτσα ήταν από τους πιο υπέροχους ανθρώπους. Αιγυπτιώτισσα από εύπορη οικογένεια, έζησε την πιο πλούσια ζωή απ’ όλους μας.  Δεν μιλάω για την ύλη άστη αυτήν, γιατί και αυτή την έζησε. Η ζωή την ταξίδεψε από την αριστοκρατία μέχρι τον ξεπεσμό της μεσαίας τάξης. Μιλάω όμως για την αγάπη. Αγαπήθηκε τόσο, όσο λίγοι από εμάς θα καταφέρουμε να αγαπηθούμε. Όλοι μας, μικροί, μεγάλοι, γέροντες, παιδιά τρέχαμε  ξωπίσω της και εκείνη γέλαγε με εκείνο το γάργαρο γέλιο του μικρού παιδιού.  Η καρδιά της δεν χώραγε κακίες, ούτε και μικροπρέπειες. Τα λόγια της δεν πίκραιναν κι ας είχε τα παραπονάκια της. Έπαιρνε τη ζωή όπως της ερχόταν και ήξερε να κάνει τα ξινά γλυκά. Το σπίτι της ήταν ανοιχτό για όλους μας όπως ακριβώς και η καρδιά της. Με κάθε αφορμή τσουπ και ένα κάλεσμα και όταν η θεία Αγλαΐτσα καλούσε, νόμιζες ότι σε είχαν καλέσει σε παλάτι. Ειδικά τα Χριστούγεννα και την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Είχε ένα τραπέζι που χώραγε εικοσιτέσσερα άτομα. Μάλιστα εικοσιτέσσερα και όλο αυτό το θηρίο ήταν στρωμένο με ότι φαγητό φαντάζεσαι. Είχε τα πάντα και τα μαγείρευε η ίδια. Τα μάτια μου δεν χώραγαν όλες αυτές τις πιατέλες και τα δαχτυλάκια μου σταμάταγαν να μετράνε στο δέκα και μετά ξεκίναγα το μέτρημα με τα δάχτυλα της πατούσας και κάπου εκεί μπερδευόμουν και τα παράταγα.

Με τα άλλα παιδιά δεν έπαιζα. Ήμουν η μικρότερη και με κορόιδευαν που ακόμα μέτραγα με τα δάχτυλα κι κάπως έτσι, τα παιχνίδια της πράσινης τσόχας κι εγώ διακόψαμε τις διπλωματικές μας σχέσεις λόγω κάζου. Τρύπωνα που λες σε μια μεριά και χάζευα τα ζευγάρια που χόρευαν και βιαζόμουν να μεγαλώσω για να ερωτευθώ και να φοράω κι εγώ τόσο ωραία φουστάνια. Εκεί έμαθα και τον τεράστιο Frankie, που όταν τραγουδούσε το Strangers in the night, η φωνή του είχε καταφέρει να κάνει το νου μου να με ταξιδέψει μέσα από όλες τις ηλικίες και έτσι είχα ήδη βρει τον πρίγκιπα του παραμυθιού και ζούσα έστω στιγμιαία το παραμύθι μου. Έπαιρνα μια μπάλα από το έλατο, που το ταλαίπωρο μύριζε τόσο όμορφα και την στροβίλιζα στα χέρια μου. Ξέρεις, από εκείνες τις μπάλες που έπρεπε να κρατάς με ευλάβεια για να μην σπάσουν, έκαναν όμως τον ομορφότερο αντικατοπτρισμό και τις ωραιότερες αντανακλάσεις από τα φώτα και αμέσως με τη παιδική μου ψυχή η μπάλα μεταμορφωνόταν σε μαγική και άλλαζε ότι δεν μου άρεσε. Εκεί μέσα στο σπίτι της θείας Αγλαΐτσας η μαγική μπάλα μου ορκιζόταν ότι η ζωή μας θα κυλούσε όμορφα σαν γαλήνιο ποταμάκι. «Χα!!! στη σκάσανε μικρούλα και χαμπάρι δεν πήρες…»

Τα χρόνια πέρασαν και ανακάλυψα ότι η μαγική χριστουγεννιάτικη μπάλα μου έκανε πλάκα. Ήταν λίγο σκανταλιάρα μου εξήγησαν αργότερα, κι αυτό όταν τα μνημόνια έπεφταν στο κεφάλι μας και το πορτοφόλι μας άδειαζε. Η θεία Αγλαΐτσα όμως δεν το έβαζε κάτω. Είχε βρει όλους τους πιο απίθανους τρόπους να διασκεδάζει και σπίτι δεν την έβρισκες ποτέ.

«Μα που είσαι όλη μέρα και σε ψάχνω; Μου έχει φύγει η ψυχή!»
«Άκου, πήρα τον ηλεκτρικό και κατέβηκα στην Ομόνοια, από εκεί το μετρό και πήγα στο Σύνταγμα, μετά ανέβηκα στο τραμ και τελικά έφτασα μέχρι το Ασκληπιείο Βούλας, ε στο τέλος γύρισα. Έχεις πάει με το τραμ βόλτα στη παραλιακή; Ποια Φλόριντα μου λες και
palm beach, κουραφέξαλα, στην παραλιακή να πας με το τραμ, αυτό είναι βόλτα!» και μετά γέλαγε σαν παιδάκι.

Φτάσαμε στις γιορτές του 2011. Τα πράγματα είχαν αρχίσει να αγριεύουν. Οι συζητήσεις να περιστρέφονται γύρω από το πετρέλαιο.

«ανάβεται το καλοριφέρ στην πολυκατοικία;»
«μπα ο διαχειριστής είναι τσιγκούνης και έτσι καίμε τα κλιματιστικά»

Ο διαχειριστής ήταν πάντα ο τσιγκούνης και όχι η τρύπια μας τσέπη! Η θεία Αγλαΐτσα που ήταν παρούσα στη κουβέντα κούνησε το κεφάλι της πάνω-κάτω  «ε ρε που καταντήσαμε» είπε και την άκουσα να γελάει. Να γελάει και να μου τραβάει το μανίκι.

«Να σου πω, θα το κάνουμε παραμονή Πρωτοχρονιάς έτσι;»
«Μααα …»
«Μου! Εμένα θα ακούς. Θα το κάνουμε να γεμίσει το σπίτι με κόσμο. Να στολίσουμε βρε αδελφέ, να μυρίσει το σπίτι φαγητό. Τι έτσι σαν τους κακομοίρηδες θα περάσουμε; Να έρθει ο καινούργιος χρόνος να το ευχαριστηθεί!»
είπε και πήρε το τηλέφωνο αγκαλιά και χωρίς δεύτερη σκέψη ενημέρωσε την παρέα στα γρήγορα.

«Κοίτα, λεφτά δεν έχει κανένας μας. Από το να καθόμαστε όλοι μόνοι μας στα σπίτια μας και να λέμε ψέματα ο ένας στον άλλον θα μαζευτούμε όλοι εδώ. Λοιπόν εγώ βάζω το σπίτι, τη βασιλόπιτα και το πετρέλαιο γιατί είμαι η διαχειρίστρια. Εσύ θα φτιάξεις …»

Εσύ θα φτιάξεις! Έτσι τόσο απλά, χωρίς να προσπαθεί να δικαιολογηθεί ή να κρυφτεί είπε τις αλήθειες της και την επιθυμία της κατάφερε να την κάνει πραγματικότητα.  Να μας μαζέψει όλους μαζί γύρω της.

Το σπίτι γέμισε με κόσμο. Το τραπέζι των εικοσιτεσσάρων ατόμων χώρεσε όλες τις πιατέλες. Ντριν-ντριν το κουδούνι χτύπαγε και η πόρτα άνοιγε για να περάσουν οι καλεσμένοι με το ταψί τους ή μάλλον καλύτερα το ταψί με τους καλεσμένους. Από αλλού ερχόταν το ψητό, από αλλού οι πατάτες, τα γλυκά, τα κρασιά και το χαιρόταν όλοι τους. Στα μάτια μου είχαν γίνει πάλι τα άτακτα μαθητούδια που έκαναν στα κρυφά το πρώτο τους πάρτυ.

«Μην σερβίρεις το ψητό χωρίς τη σάλτσα! Έλα χρυσό μου φέρε μου τη σαλτσιέρα γρήγορα»
«Πρόσεχε την
crème caramel  στο ξεφορμάρισμα θα μου τη χαλάσεις»
«Τα τυριά δεν ήρθαν ακόμα, μάλλον θα έχουν μπλέξει στην κίνηση»

Ο Charles Aznavour τραγουδούσε Hier encore και το πρώτο ζευγάρι που ξεκίνησε να χορεύει δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του, οι καρδιές τους όμως χτύπαγαν ακόμα μαζί και ίσως ο χρόνος να είχε γίνει πιο πολύτιμος γι’ αυτούς. Τους χαμογέλασα. Τι κι αν ο τσιγκούνης διαχειριστής  δεν άναβε το καλοριφέρ; Εκείνοι ήταν ευτυχισμένοι κι ας είχαν ζαρώσει πια τα πρόσωπά τους. Τα μάτια τους ήταν πιο λαμπερά από τα δικά μου. Έψαξα να βρω την σκανταλιάρα μαγική χριστουγεννιάτικη μπάλα για να τις τα ψάλω ένα χεράκι. Δεν ξέρω αν βρήκα την ίδια πάντως ήμουν σίγουρη ότι ήταν μαγική. Κρύφτηκα στη γωνία μου, όπως τότε και τη στροβίλιζα στο χέρι μου περιμένοντας τις απαντήσεις που μου χρωστούσε.

«Ελάτε, ελάτε να σβήσουμε τα φώτα. Έρχεται σας λέω, τα ποτήρια στο χέρι όλοι» φώναξε η θεία Αγλαΐτσα και γέλασε πάλι δυνατά. Ο νέος χρόνος μπήκε στο σπίτι καμαρωτός, μας έριξε μια ματιά και το ευχαριστήθηκε. Κοίταξε τη θεία Αγλαΐτσα και της έκλεισε το μάτι. «Θα είναι ένας υπέροχος χρόνος» είπε και άνοιξε τα χέρια της διάπλατα για να χωρέσουμε όλοι στην αγκαλιά της.

«Ρεφενέ αγάπη μου, μάθε να ζεις τη ζωή σου ρεφενέ» είπε η θεία Αγλαΐτσα και με μία κίνηση του χεριού της, μου έδειξε όλο αυτό τον κόσμο που είχε μαζέψει ξανά στο σπίτι της.

Ο Frankie τραγουδούσε το My way.

Κοίταξα τη μαγική μου μπάλα και την ευχαρίστησα με ένα νεύμα του κεφαλιού μου.

«Your way Αγλαΐτσα μου τελεία και παύλα» μονολόγησα και βγήκα από την κρυψώνα μου για να ανακατευτώ με τον κόσμο. Ένας ψηλός, κάποτε γοητευτικός, κάποτε όμορφος κύριος με τράβηξε στην αυτοσχέδια πίστα.

«Έχεις και τις κατακτήσεις σου, τρομάρα μου» είπε η θεία Αγλαΐτσα και γέλασε με την καρδιά της. Το γέλιο της θα με συντροφεύει σε όλα τα Χριστούγεννα της ζωής μου. Το γέλιο της και η φωνή του Frankie.

Καλά Χριστούγεννα θεία Αγλαΐτσα.