Θα ήθελα να σας συστηθώ. Είμαι πενήντα φύγαμε, δυσλεκτική, αριστερόχειρας και είμαι καλά. Θυμωμένη αλλά καλά. Πάσχω επίσης και από διάσπαση προσοχής αλλά και πάλι καλά είμαι. Θυμωμένη όμως, αυτό να μην το ξεχνάμε. Θυμωμένη είμαι τώρα, γιατί ως παιδί ήμουν φοβισμένη, πολύ φοβισμένη. Για να πάω σχολείο έκανα πρώτα εμετό.

Ξέρετε, ήμουν το παιδί εκείνο που δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Ο περίγελος της τάξης αλλά και της οικογένειας. Βλέπετε από το κλαδί της μητέρας μου, πως να το κάνουμε βρε αδελφέ, έχουμε απ’ όλα. Δημοσιογράφους, συγγραφείς, μουσικούς, ζωγράφους ηθοποιούς. Γραμματιζούμενοι. Φταίει η ρίζα. Επτανήσιοι γαρ! Σοκκάκια και νότες, καντούνια και ποιητές, φεγγαράδες και γραφιάδες. Ο πατέρας μου από την άλλη, “μπουμπούνας” κι αυτός και με την Επτάνησο καμία σχέση.

Το τετράδιό μου στο σχολείο, κατακκόκινο! Δεν υπήρχε έστω μια λέξη που να την είχα γράψει δεύτερη φορά με τον ίδιο τρόπο. Πόσα φωνήεντα, φθόγγους και διφθόγγους έχει η ελληνική γλώσσα; Ε, όλα αυτά μαζί, χοροπηδούσαν το αναμπούρμπουλο και ενάλλασσαν τη θέση τους ανάλογα με τα κέφια τους και εκεί ξεκινούσε το “ω ρε μάνα μου!” Προσπαθούσαν να με μάθουν τους κανόνες της γραμματικής. Να με μορφώσουν. Δεν καταλάβαινα καν τι μου έλεγαν. Πάσχιζαν εκείνοι, πάσχιζα κι εγώ και η καρδιά μου να χτυπάει σαν ταμπούρλο κάθε φορά που ο τόνος της φωνής ανέβαινε. Τέλος, πως να το κάνουμε το παιδί είναι ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποτέ δεν κατάλαβα τι είναι το επίρρημα, η μετοχή ή το ουσιαστικό. Ούτε και τώρα ξέρω. Για το συντακτικό ούτε λόγος. Δηλαδή πως να το πω; Μπουμπούνας, μπούφος. Οι λέξεις με το πέρασμα του χρόνου αντικαταστάθηκαν με τη λέξη τεμπέλα. Η τεμπέλα με την αμόρφωτη και η αμόρφωτη με τη διαπίστωση ότι χαζεύω και το “χαζεύω” έγινε χαζή. Η έννοια της λέξεως χαζή τους έφερε στο βλέμμα και στη φωνή τη συγκατάβαση και στο πρόσωπο εκείνο το παγωμένο χαμόγελο. “Αφήστε και το παιδί να μιλήσει, έλα πες κι εσύ χρυσό μου, μίλα…” κι εγώ να φοβάμαι, να θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ήξερα εκ των προτέρων ότι με είχαν ακυρώσει. Έτσι προτιμούσα τη σιωπή. Εκεί κρυμμένη πίσω από τη σιγουριά της “μαύρης μου κουρτίνας” άφηνα το νου να ταξιδεύει ελεύθερος. Έπλαθα παραμύθια και τα ζούσα. Είχαν δύναμη και ήταν μαγικά, με έκρυβαν στο μυστικό τους κόσμο και δεν μπορούσε κανείς να με τρομάξει. Το βασικότερο όμως, δεν με κορόϊδευαν, ούτε με συνέκριναν.

Κοροϊδία και σύγκριση. Τις περισσότερες φορές ξετρυπώνουν μέσα από το ίδιο μας το σπίτι λόγω της διαφορετικότητάς μας. “Η μητέρα σου στην ηλικία σου μιλούσε ήδη δύο ξένες γλώσσες, εσύ;” Κάτω το κεφάλι, κάτω και το ηθικό. Και τι να απαντήσεις; “Ο παππούς σου ήταν σπουδαίος στα μαθηματικά, εσύ;” Ή “πως λένε χρυσό μου τη φράουλα στα αγγλικά θυμάσαι;” Αυτά μπροστά σε κόσμο για να κάνουμε και το “κομμάτι” μας. Όχι, δεν θυμάμαι πως λένε τη φράουλα στα αγγλικά, για την ακρίβεια δένεται η γλώσσα μου κόμπος και το στομάχι επίσης κι αν θυμηθώ πως λένε τη φράουλα θα το πω στην ίδια και όχι σε εσένα.

Άλλαξα πολλά σχολεία. Πέντε στον αριθμό. Στο πρώτο λοιπόν είχα μία δασκάλα που πρέπει να ήταν ερωτευμένη με τον Λουντέμη. Έλα τώρα πες μου, στην τετάρτη δημοτικού που να ξέρω εγώ ποιός είναι ο Λουντέμης και ποιός ο Μενέλαος. Το πιό όμορφο απ’ όλα ήταν ότι αν δεν υιοθετούσες τον τρόπο γραφής του Λουντέμη το κουλουράκι σου το έπαιρνες. Ήμουν και ανορθόγραφη, δεν “μέτραγα και τα άστρα” ζούσα λοιπόν μέσα στα μαύρα κατάστιχα της ψυχής της. Λέξεις για να την χαρακτηρίσω δεν υπάρχουν. Όμως να, ακόμα και σήμερα επαναστατεί εκείνο το παιδί μέσα μου και θέλει να σηκώσει το χέρι και να φωνάξει σαν καλοδιαβασμένη μαθητριούλα “Κυρία, Κυρία …, άϊ στο διάολο.” Ευτυχώς μου άλλαξαν σχολείο. Εκεί τα πράγματα πιό ήρεμα κι εγώ πιό ξέγνοιαστη. Όταν πια έφτασα στο γυμνάσιο, είχα μια φιλόλογο η οποία απ’ ότι κατάλαβα, για καλή μου τύχη, δεν ήταν ερωτευμένη με τον Λουντέμη. Μας άφηνε να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Στις εκθέσει έγραφα ότι κατέβαζε η κεφάλα μου και πολλά λόγια, σάλτσες και μπλα μπλα δεν έβρισκες. Λέξεις απλές και ξεκάθαρες σαν τις σκέψεις μου. Είχαν όμως εκείνη την όμορφη ανορθογραφία. Τελικά πως να το κάνουμε, το κόκκινο είχε γίνει ένα με εμένα και κάπου εκεί πρέπει να σταμάτησε να με νοιάζει πια. Το είχα αποδεχθεί μαζί με όλα τα “παράσημα” που είχα εισπράξει. Υποθέτω ότι χωρίς “κόκκινο” θα χάλαγε η εικόνα που είχα πια για τον εαυτό μου.

Πρώτη γυμνασίου. Γιορτές Χριστουγέννων, ο πρώτος έλεγχος. Κρύος ιδρώτας. Επιστρέφει η μάνα από το σχολείο αποσβολωμένη. Ο έλεγχος χάλια. Κάτι μεταξύ σε προπό και τίποτα. “Η φιλόλογος είπε να σε προσέξουμε, της αρέσουν οι εκθέσεις σου, έχεις λέει δημοσιογραφική πένα και αναλυτικό πνεύμα.” Σιωπή, παγωμάρα και ακινησία. Έχω την εντύπωση ότι οι γονείς, πρέπει να αναρωτήθηκαν μεταξύ τους αν η φιλόλογος ήταν με τα σωστά της. Βλέπετε εμείς οι άνθρωποι, δεν δίνουμε βάση στον καλό τον λόγο έτσι εύκολα, ειδικά όταν αυτός είναι μεμονωμένος και αναπάντεχος. Ίσως να μας ξεβολεύει από το διαολεμένο μας ΕΓΩ. Εξάλλου οι αποφάσεις είχαν παρθεί, οι ταμπέλες είχαν κρεμαστεί, ο κόσμος ήξερε και τώρα μια άγνωστη ζήταγε τι; Να παραδεχτούμε ότι έχουμε κάνει λάθος;

Κανείς δεν ασχολήθηκε, ούτε κι εγώ. Ο καθ’ ένας μας έμεινε βολεμένος στην κρυψώνα του κι εγώ πίσω από τη “μαύρη μου κουρτίνα”, τη σιωπή, τα “παράσημά” μου και το αγαπημένο μου “κόκκινο.”

Αργότερα έμεινα στην ίδια τάξη. Κανείς δεν ασχολήθηκε, ούτε κι εγώ. Σιωπή και πάλι, και να που κάποτε έφτασε η απίστευτα ηλιόλουστη ημέρα της αποφοίτησης. Ενημερωτικά, δεν ξαναπέρασα ούτε μια φορά  έξω από την πόρτα του σχολείου μου. Λες και ο τρισκατάρατος ζούσε και ζει μέσα εκεί.

Ξεκίνησα να δουλεύω αμέσως. Λίγο αργότερα σπουδές, έτσι για να λέμε ότι ένα “χαρτάκι” το πήραμε, “οικογενειακώς φυσικά.” Τίποτα δεν μου άρεσε μέχρι που η “μαύρη κουρτίνα” άρχισε να σηκώνεται. Ήθελε να μιλήσει, να πει αυτά που ήξερε. Εγώ αρνήθηκα. Η μάχη μαζί της άνιση. Με ανάγκασε να πάρω χαρτί και μολύβι. Όλο έγραφα, όλο έσβηνα. Όλο έγραφα και όλο έσκιζα και στα σκουπίδια φυσικά όλα, μην τα δει κανείς και ξαναρχίσει το παιχνίδι της κοροϊδίας από την αρχή. Βρήκα ένα κόλπο για να γλυτώσω από τα “παράσημα” των άλλων και για να μην με φορτώσουν με άλλα τόσα. Τον αυτοσαρκασμό. Να το θυμάστε, όσοι αυτοσαρκάζονται δεν έχουν “πλάκα”, πόνο και πληγές έχουν.

Συναίσθημα. “Ποιός ασχολήθηκε με το συναίσθημα;” με ρώτησε κάποτε ο εαυτός μου. “Εγώ” αποκρίθηκα κι εκεί έφαγα τη μεγαλύτερη κοροϊδία της ζωής μου. Γέλασε τόσο δυνατά που ακόμα και η “μαύρη κουρτίνα” σηκώθηκε μόνη της. “Άντε παράτα μας κουκλίτσα μου” είπε και άρχισε να εμφανίζει γραπτά και εσώψυχα κάθε φορά που θυμόταν και θύμωνε ή γέλαγε ή έκλαιγε.

Είμαι δυσλεκτική, αριστερόχειρας και τσακώνομαι με τη διάσπαση προσοχής κάθε τόσο. Είμαι θυμωμένη και το ευχαριστιέμαι γιατί ξέρετε κάτι Κυρία … Κυρία; Είμαι διαφορετική. Αμέτε μου και στο διάολο τώρα.