Έρχεται η ημέρα που κάνεις το σταυρό σου και με τα δυο σου χέρια για την απόφαση που πήρες. Αποποίηση περιουσίας. Κοιτάς πίσω σου και βλέπεις λαβωμένες ψυχές που μαχαιρωθήκαν πισώπλατα και ξανακάνεις το σταυρό σου αλλά αυτή τη φορά και με τις πατούσες. Βαθιές εκπνοές. Κατάφερες να ξεφύγεις από το λάκκο της φάβας. Γυρνάς την πλάτη και αφήνεις πίσω σου αυτούς που μέχρι πρότινος έφεραν τον ευγενή τίτλο της οικογένειας και τώρα φτύνεις τον κόρφο σου και αλλάζεις δρόμο.

Η πίκρα που ένοιωσες μετατρέπεται σε φρέσκο οξυγόνο. Οι λέξεις που ειπώθηκαν, ηχούν σαν το σφυρί πάνω στο αμόνι και σκέφτεσαι τα ανέμελα χρόνια που ήσουν παιδί. Τον ήλιο που ξεπρόβαλε από παντού και ας ήταν έξω χειμώνας. Το μεγάλο σόι, που όλοι ήταν «το σπίτι» σου. Τα γιορτινά τραπέζια και τις αγκαλιές που τρύπωνες. Τις μυρωδιές και τις ανάσες. Ευτυχία να υπάρχουν τόσες αγκαλιές και η ζωή να διαγράφεται σαν φωτεινή λεωφόρος.

Γάμοι, παιδιά και στο εξ αδιαιρέτου οι νύφες και οι γαμπροί πολλαπλασιάζονται και μαζί με αυτούς πολλαπλασιάζονται οι λέξεις, οι επιθυμίες, οι διαφωνίες, οι μικροψυχίες, τα θέλω και τα δεν θέλω του καθ’ ενός. Αντικρίζεις στον ουρανό σου τα πρώτα σύννεφα. «Μην μιλάς» δόθηκε η εντολή. «Δεν μπορείς να έχεις άποψη για το τι κάνουν οι μεγάλοι». Βλέπεις όμως κι ας μην μιλάς. Βλέπεις τις μικροπρέπειες, γιατί σου βγάζουν τα μάτια και ακούς τις λέξεις τις ψιθυριστές από τις μεσοτοιχίες που στάζουν χολή. Βαδίζεις σιωπηλά στο μονοπάτι που άλλοι άνοιξαν πριν από εσένα. «Να σέβεσαι» σου είπαν αυστηρά και έκατσες στο περιθώριο, γιατί αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού. Να σέβεσαι αυτούς που δεν σέβονται.

Τα παιδιά έφεραν στον κόσμο εγγόνια και τα εγγόνια δισέγγονα και ας μην το ξέρεις κυρ-Νικολάκη. Τα όνειρα του καθενός διαφορετικά. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος τρέχα γύρευε. Κι εσύ, ο δημιουργός του εξ αδιαιρέτου πριγκιπάτου, συνάντησες τους προγόνους σου χρόνια τώρα. Το δρόμο σου ακολουθεί σιγά-σιγά ο κάθε ένας από εμάς με τη σειρά του. Τρομακτικό ε; Ο λάκκος των περιττωμάτων δε, όλο και μεγαλώνει. Αυτά που άφησαν οι προηγούμενοι και αυτά που δημιουργούμε εμείς αλλά και οι επόμενοι. Λέξεις, συναισθήματα και πράξεις που πληγώνουν. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει και αν υπήρχε ποιος θα την απέδιδε; Ο καθένας για την πάρτη του και οι διαχωριστικές γραμμές, μελανές.

Όλοι θέλουν ένα κομμάτι από αυτή· τη μια σπιθαμή γης. Να γίνουν ο επόμενος Τσάρος, σε μια αυλή, που κάτω από τον βασιλικό της φίκο κρύβει άμμο και καλάμια. Στο πριγκιπάτο κυρ-Νικολάκη, ο ήλιος δεν έχει πια το ίδιο χρώμα. Σκοτείνιασε από τις γεμάτες ψέμα λέξεις, τα φτηνά συναισθήματα και το αργό δηλητήριο που στάζει στις πληγές. Τα μαχαίρια ακονίζονται κάθε δείλι και τα ονόματα των νεκρών αναίσχυντα βεβηλώθηκαν ήδη. Εις μνήμην.

Τη θέση του αυλικού μου έμαθες να μην την γυρεύω κι εγώ σε άκουσα. Κοίταξα το εξ αδιαιρέτου και αμέσως μετά το λάκκο. Τα ζύγιασα παππού και είπα ένα μεγαλόπρεπο «όρσε». Έστριψα στη γωνία και κινήθηκα ξανά προς το φως.