Κυριακή, κοίταξα το ρολόι δίπλα μου και έδειχνε 9 το πρωί. Τεντώθηκα και με τα μάτια μισόκλειστα πήγα κατευθείαν να βάλω τον καφέ να γίνεται. Άνοιξα τα παράθυρα, ένα-ένα στη σειρά και γέμισε το σπίτι από τον πρωινό ήλιο του Νοέμβρη.

Στεκόμουν στο παράθυρο της κουζίνας και χάζευα τα σπουργίτια που είχαν έρθει στο μπαλκόνι. Αυτοί οι άτακτοι πιτσιρίκοι έρχονται και φυτεύουν στις γλάστρες μου λουλούδια από άλλες γειτονιές, σκέφτηκα. Ανακάτεψα αφηρημένη τη ζάχαρη στον καφέ, χαμογέλασα στους φτερωτούς μου άτακτους φίλους και ξαφνικά θυμήθηκα, κοίτα να δεις τώρα τι θυμήθηκα …

Ένα βάζο με μαρμελάδα! Μαρμελάδα βερίκοκο παρακαλώ, μπορεί και ροδάκινο δεν είμαι σίγουρη. Χειροποίητη φυσικά, από τα χέρια της μάνας ή της γιαγιάς.

Τα πρωινά της Κυριακής, η μάνα έστρωνε το τραπέζι στην τραπεζαρία και έβαζε το καλό σερβίτσιο το Κυριακάτικο. Ακόμα το θυμάμαι! Χρωματιστό ήταν. Βεραμάν με καφετιές βούλες. Τέντωνε και το τραπεζομάντηλο  να μην τσακίζει πουθενά και καταμεσής έβαζε το βάζο με τη μαρμελάδα και όπως το προσγείωνε μπροστά μου, ο κόσμος όλος  γέμιζε από το ζεστό πορτοκαλί χρώμα της μαρμελάδας.

«Κοίτα» μου έλεγε και με το χέρι της μου έδειχνε τις αντανακλάσεις που έκανε ο ήλιος πάνω στο γυάλινο βάζο. Τα μάτια μου και ο ουρανίσκος μου βούταγαν σε αυτό το παραμυθένιο χρώμα. Με μπουκωμένα τα μάγουλα, παρακολουθούσα με τα παιδικά μου μάτια το ατελείωτο παιχνίδι του ήλιου και της μαρμελάδας.

Όμορφες Κυριακές να έχετε και να τις μοιράζεστε με αγάπη και με ένα βάζο μαρμελάδα. Τα φιλιά μου σε όλους σας και μια αγκαλιά αγάπης.