“Τι να περιμένουμε πια;”
“Τα παιδιά να γυρίσουν ή το θάνατο να μας πάρει … Όποιος έρθει πρώτος!” (Από το βιβλίο της Λένας Μαντά “Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι”)

Μόλις το διάβασα θύμωσα, έβρισα, έκλεισα το βιβλίο και την πόρτα ξωπίσω μου επίσης. Φυσικά δεν μου φταίει σε τίποτα η κυρία Μαντά, απλώς μου ανασκάλισε με το πεντάκι της στα μέσα μου, το τέρας που λέγεται “απαξιωτική οικογένεια.” Τρόμος!

Γονείς, που χρησιμοποιούν σαν πονηρή καραμελίτσα τη λέξη αγάπη και εννοούν υποταγή. Γονείς που δεν βλέπουν τα παιδιά τους σαν ολοκληρωμένες οντότητες αλλά ως προσωπικό τους επίτευγμα ή προσωπικό τους λάθος. Γονείς που επιβάλουν να κουβαλάς στην πλάτη σου την αποτυχία της δικιάς τους ζωής. Γονείς που σου επιρρίπτουν ευθύνες για την ενσυνείδητη ή ασυνείδητη επιλογή της δικιάς τους δυστυχίας.

Γονείς που μέσα από ανικανοποίητους γάμους αλλά καθώς πρέπει σχέσεις, έδεσαν τα παιδιά τους σαν γίδια από το ποδάρι και ξέχασαν μέχρι και να πεθάνουν για να είναι εκεί. Παρόντες. Να έχουν άποψη για όλα, να τα βασανίζουν με έναν απύθμενο σαδισμό. Γονείς που εκπαίδευσαν τα παιδιά τους στο πως να ταλαιπωρήσουν αργότερα τα δικά τους παιδιά. Μια αλυσίδα δουλοπρέπειας και υποταγής που απλώς επαναλαμβάνεται.

“Αυτό τώρα που φοράς είναι φούστα ή ποδιά για την κουζίνα;” με μελιστάλαχτη φωνή.

“Σιγά μην παντρευτεί ο ανεπρόκοπος” με απαξιωτική φωνή.

“Ο δικός μου γιός με αυτή τη παρακατιανή;” με έντρομη φωνή.

“Η κόρη μου τάχει με παντρεμένο;” με φωνή λίγο πριν το εγκεφαλικούλι.

“Θα πάτε διακοπές ε;” με φωνή που δημιουργεί τύψεις.

Οι γονείς δεν φορούν φωτοστέφανο. Είναι άνθρωποι και διέπονται απ’ όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Οι γονείς δεν αγαπάνε ανιδιοτελώς. Ίσως κανένα ων δεν αγαπάει με ανιδιοτέλεια και τον σκύλο αν τον κακοποιήσεις τελικά θα φύγει. Οι γονείς βλέπουν τα παιδιά τους σαν να είναι το προσωπικό τους επίτευγμα και μέχρι ενός σημείου έχουν δίκιο. Η μετέπειτα παράλληλη ζωή τους με τα βλαστάρια τους, είναι αποτέλεσμα της διαπαίδαγωγησής τους. Όταν ο τρόπος ζωής που αποφασίζει να ζήσει το παιδί τους ταυτίζεται με τις δικές τους αρχές, είναι υπερήφανοι για το “έργο” τους. Στην περίπτωση όμως που τα πράγματα πάρουν άλλη τροπή, το παιδί ως ενήλικας πια αποφασίζει να ζήσει μια διαφορετική ζωή, να ξεφύγει από τον κύκλο της υποταγής και το ρόλο του θύματος, τότε γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος της οικογένειας, η “ντροπή” και φυσικά φταίει αυτό. Εκείνοι ποτέ! Σχεδόν κανένας γονιός δεν θα γυρίσει πίσω να αυτοαναλυθεί και να βρει το λάθος του, το πόσο δηλαδή οι προσωπικές του επιλογές πόνεσαν ή ζέσταναν την καρδιά του παιδιού τους. Στους απαξιωτικούς γονείς, το συναίσθημα του παιδιού τους δεν τους αφορά. Γνωρίζω “παιδιά” που σήμερα είναι ενήλικες και θυμούνται τις αποφάσεις που πήραν σε ηλικία προσχολική. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που ανέλαβαν την υποχρέωση της συναισθηματικής κάλυψης του ίδιου τους του γονιού. Τις αποφάσεις δε αυτές, τις τηρούν μέχρι και σήμερα. Αυτοί οι ενήλικες πληγώνουν τα παιδιά τους με τον ίδιο “σαδισμό” που έζησαν από τους δικούς τους γονείς. Αν το παιδί μεγαλώσει με πραγματική αγάπη και μάθει να σκέφτεται και να αποφασίζει μόνο του, διδαχθεί την ελευθερία της ψυχής και του μυαλού τότε θα γίνει ένας άνθρωπος που θα αγαπήσει και θα τιμήσει τον γεννήτορά του και πρωτίστως θα τιμήσει και θα αγαπήσει τον εαυτό του. Θα είναι ένα ελεύθερο δημιουργικό πνεύμα. Αν συνεχίσει όμως να κάνει τα λάθη των γονιών του, τότε ας έχουμε κατά νου όλοι αυτό που ήδη ξέρουμε. Μπορεί να υπηρετήσει το γονιό του αλλά δεν θα τον σεβαστεί και δεν θα τον αγαπήσει ποτέ. Ας συνειδητοποιήσουμε πια, ότι μέσα από αυτή την αλυσίδα ζωής, δεν θα αγαπήσουμε τον εαυτό μας και θα μετατραπούμε στον μεγαλύτερο τιμωρό μας γιατί ο βαθύτερος εαυτός μας δεν ανέχεται την έλλειψη της αυτοεκτίμησης.

Πρόσφατα μία συνάδελφος έχασε την 92χρονη μητέρα της. Η μητέρα αυτή, ήταν καθόλα της μία απαξιωτική μητέρα. Η κόρη της την υπηρέτηση, την αγάπησε, έζησε μία ζωή χέρσα και δεν έκανε δικό της παιδί γιατή η “μανούλα” πήρε με το έτσι θέλω το ρόλο του παιδιού στη ζωή της κόρης της. Έγινε αντιστροφή ρόλων πολύ νωρίς. Αφοσιώθηκε λοιπόν στην μητέρα της και ενώ παντρεύτηκε φυσικά χώρισε και επέστρεψε στο καθήκον της. Η “μανούλα” κάποια ημέρα πέθανε και τότε ήταν που μου είπε μέσα στην απόγνωσή της “δεν κλαίω γιατί πενθώ, κλαίω γιατί δεν ξέρω να ζω χωρίς τη μάνα μου. Δεν έχω ρόλο. Δεν ξέρω γιατί ξυπνάω, δεν ξέρω γιατί ζω και το βασικότερο, δεν γνωρίζω ποιά είμαι. Δεν έχω θέλω.”

Ο πατέρας μου όποτε δεν γινόταν το δικό του αρρώσταινε. Αρρώσταινε τόσο που χρειαζόταν να νοσηλευθεί και φυσικά νοσηλευόταν. Το πανηγύρι ξεκίναγε όταν νευρίαζαν μαζί του οι γιατροί γιατί έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για  να αρρωστήσει περισσότερο. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η σκανταλιά που έκανε “εγώ θα πεθάνω, να για να μάθεις που δεν κάνεις αυτό που θέλω ΕΓΩ και να πας να σκάσεις από τις τύψεις σου, έτσι για να το ευχαριστηθώ.” Εδώ είναι ακριβώς το σημείο που λες “και θαυμαστά είναι τα έργα σου!”

Ο παππούς μου ήταν καθηγητής μαθηματικών.  Έλεγε λοιπόν ότι “ο σεβασμός κερδίζεται. Πρέπει πρώτα εσύ να σεβαστείς και να αγαπήσεις το παιδί και μετά αυτό θα τα ανταποδώσει όλα σε εσένα σε υπερθετικό βαθμό.” Πέθανε σε ηλικία 87 ετών και στη κηδεία θυμάμαι άγνωστους ανθρώπους να μας χαιρετούν και να κλαίνε. Ήταν οι μαθητές του!

Μπορεί τα παιδιά στα στερνά των γονιών τους να τους προσφέρουν όχι μόνο ένα ποτήρι νερό αλλά το πηγάδι ολόκληρο. Μπορεί να σταθούν κερί αναμμένο δίπλα τους. Θα τους έχουν σεβαστεί όμως; θα τους έχουν αγαπήσει; ή αντί για τρισάγιο θα κάνουν το μεγάλο γλέντι της απελευθέρωσής τους; Μιας απελευθέρωσης που δυστυχώς θα νομίζουν ότι μόλις κέρδισαν μέχρι να ξαναβρούν τον επόμενο αφέντη-δυνάστη να υπηρετήσουν.